

Kάποτε ρώτησε λέει τον Μπάχ ένας μουσικός,- Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω ώστε να παίζω κι εγώ τόσο καλά? -Είναι πολύ απλό, αρκεί να πατάς το σωστό πλήκτρο στην σωστή στιγμή... του απάντησε...Έξω ψιλοβρέχει. Θα φτάσει όστρια και ακούγεται μέχρις εδώ η βοή της θάλασσας. Είναι η ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα και τα τσιμέντα της αυλής είναι βρεγμένα, δεν χρειάζεται να περπατήσω μέχρι τα παρτέρια για να κατουρήσω. Ο Άνθρωπος γεννιέται Δημιουργός. Όλα τα νήπια πιάνουν μολύβι και τραβούν γραμμές, σχεδιάζουν. Αργότερα, καθώς τα πρωτοβρόχια εναλλάσονται με τους καύσωνες, τα κραγιόνια ξεχνιούνται μέσα στα συρτάρια. Αυτό δεν είναι άσχημο, ούτε κακό. Η ομοιομορφία είναι εχθρός της Ζωής. Τύχη και Αναγκαιότητα αναλαμβάνουν να ορίσουν τον κάθε έναν μας στην θέση που δικαιούται. Βέβαια ένας πολιτισμός ατελής, όπως αυτός που μας υπηρετεί από κτίσεως Κόσμου, είναι λογικό να υπερτιμά τα λεγόμενα πνευματικά χαρίσματα και να τα βαφτίζει ταλέντα, τέχνες, καλές τέχνες, καλλιτεχνίες. Ενδεχομένως επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να εξηγήσει το πώς και γιατί. Αυτό το θεωρώ μεγάλη αδικία. Όλες τις μορφές εγγενών ικανοτήτων θα έπρεπε να τις θεωρεί ως ισότιμες. Πλην όμως ατελής, ατελέστατος πολιτισμός είναι και τον δικαιολογώ. Το ίδιο και όσους δεν το έχουν αντιληφθεί αυτό ακόμη και παραμένουν παγιδευμένοι. Τώρα μόλις έφτασε και ο άνεμος. Ο νοτιάς είναι πράγματι τρελός αέρας, Σε χτυπάει με δύναμη, πέφτει για λίγο, για μισό λεπτό, και μετά ξανά. Γιατί άρχισα να τα γράφω άραγε όλα αυτά ενώ κοντεύουν ξημερώματα… Θα προσπαθήσω να βρω μία εξήγηση, μία ερμηνεία στο πώς και το γιατί κατέληξα, βάσει της Τύχης και Αναγκαιότητας, όπως προανέφερα, σε αυτή τη θέση. Να σέρνω δηλαδή μονοκοντυλιές πάνω στο χαρτί και αυτές να αρέσουν. Όχι μόνον σε άλλους αλλά και σε μένα τον ίδιο. Γνωρίζω ότι αρκετούς τους ενδιαφέρει αυτή η προσπάθεια ερμηνείας. Κυρίως βέβαια εμένα, διότι προς ώρα δεν έχω ιδέα. Υποθέτω όμως πως γράφοντας δύο αράδες κάθε βράδι θα βγει στην επιφάνεια σύντομα και θα το πληροφορηθώ κι εγώ.Η πρώτη μου επαφή με την ζωγραφική έτυχε όταν ήμουν τεσσάρων μηνών και κράτησε δύο χρόνια συνεχόμενα. Ήταν καθημερινή και διαρκούσε όλη τη μέρα, ακόμα και στον ύπνο μου προφανώς με βάραινε. Έτυχε τότε να ζώ στην Μυτιλήνη, σε ένα τεράστιο αρχοντικό, μία έπαυλη με αχανή αυλή ψηφιδόστρωτη, με συντριβάνια, σκοτεινούς παρατημένους κήπους και κάγκελα μαύρα που την χώριζαν από τη θάλασσα. Σ’αυτό το μικρό παλάτι είχαν επιταχτεί δυό κάμαρες όπου μέναμε. Ήταν το καλοκαίρι του 1948 και ο εμφύλιος πόλεμος ψιλομπουμπούνιζε ακόμα, οι ανάγκες ήταν περίεργες και επιτακτικές, και να επιταχτούν δύο δωμάτια για να μείνει ένας περαστικός στρατιωτικός δεν παραξένευε κανέναν. Η μία κάμαρη ήταν παλιά τραπεζαρία, με το παράθυρο στη θάλασσα και μικρό άνοιγμα στον εσωτερικό τοίχο, που το έλεγαν δεσπέντζα, για να επικοινωνεί με την παρακείμενη κοινόχρηστη κουζίνα, κοινόχρηστη με μια άλλη οικογένεια που εγκαταβιούσε και αυτή εκει μεσα. Η δεύτερη κάμαρη ήταν του ύπνου, πάντα σκοτεινή και είχε όλο το νταβάνι της ζωγραφισμένο. Μια ζωγραφιά αλλοπρόσαλλη, τεράστια, με σκουρα έντονα χρώματα και έδειχνε τον Άδη. Τον Άδη να χάσκει ως σπήλαιο που καταπίνει ένα ποτάμι και μια ξύλινη σάπια βάρκα με τον Χάρο γέρο και αγριεμένο να λάμνει βιαστικά με το ένα και με το άλλο να βαστάει αρπαγμένη από τη μέση την Ευρυδίκη που οδύρεται και απλώνει σπαραχτικά τα χέρια πίσω, η βάρκα να απομακρύνεται από τον Ορφέα, γονατισμένος στον βράχο τραβούσε τα μαλλιοκέφαλά του ενώ ο Χάρος υπομειδιούσε αγριωπά, μαύρος και άραχλος, και βιαζόταν να απομακρυνθεί αλλά η βάρκα όλο εκεί έμενε όσο την έβλεπα, γυμνός ο Ορφέας, όμορφος, γλυκής, σχεδόν θυληκός, θεόγυμνη η Ευρυδίκη λευκή και αφράτη με κωλάρες και βυζάρες, και ο Χάρος γυμνος αλλά με σάρκα γκρίζα, σάπια, μαύρη. Ως που να κλείσω τα δυό, κάτω από αυτή τη σκέπη κοιμόμουν και ξυπνούσα και προφανώς αυτήν χάζευα με τις ώρες. Μέχρι πριν κάμποσα χρόνια υπήρχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία αυτης της ζωγραφιάς. Ηταν πολύ όμορφο έργο και καλοδουλεμένο. Αντιγραφή από γνωστόν πίνακα υποθέτω. Κατόπιν, μεγαλώνοντας, άκουσα και την ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης οπότε και κατάλαβα - τρόπος του λέγειν - τι ήταν αυτό που έβλεπα συνεχώς ως βρέφος πάνω από το κεφάλι μου.Γιατρέ μου, εδώ πρέπει να αναφέρω ένα γεγονός που συνέβη ακριβώς εκείνη την εποχή, εκεί, στην αυλή του μέγαρου της Ευρυδίκης και του Ορφέα. Δεν έχει άμεση σχέση με τις καλλιτεχνίες πλην όμως εσύ σαν καλός γιατρός που είσαι θα διαπιστώσεις όταν προχωρήσει αυτή η ιστορία πόσο όμορφα συνδέεται. Πως ερμηνεύει και εξηγεί αυτό που με ανάγκασε κάποια στιγμή να βάλω μία κορνίζα γυρω από τα μπαρμπαδάκια που σχεδίαζα και να αρχίσω να ζητάω πλέον από αυτά να μου προσφέρουν μία διέξοδο. Μήπως βαρέθηκες? Αλλα τι να βαρεθείς… Δουλειά σου είναι αυτή. Να ακούεις και να πέφτουνε τα φράγκα. Πάμε λοιπόν. Και μιάς και δεν υπάρχεις αλλά σε κατέβασα από το πουθενά κορόιδο είμαι να σε κάνω άντρα? Περίεργον, στριφνόν σαν όλους τους τρελογιατρούς με βλέμμα δήθεν αγαθοστοχαστικό, χοντρά γυαλιά, μεγάλη μύτη? Όχι βέβαια, γυναίκα θα σε κάνω. Σικελή είσαι και ζείς στο Παλέρμο. Το ιατρείο σου όπου με εξετάζεις το έχεις σπίτι σου και αυτό είναι πολύ παλιό τριόροφο με ξύλινα χοντροκομμένα πράσινα παντζούρια. Η πόρτα πάντα ανοίγει μόνη της και ανεβαίνω πρώτο πάτωμα. Ερχομαι δύο φορές τη βδομάδα και είμαι ο Ούγκo Τονιάτσι. Δηλαδή όχι ο ίδιος αλλά ο Απαράλλαχτος ας πούμε. Το δωμάτιο οπου με εξετάζεις είναι ψηλοτάβανο και μεγάλο, με μπαλκόνι που κοιτάει στην ιχθυόσκαλα και τα παντζούρια του πάντα μισόκλειστα, είναι καυτό καλοκαίρι, Αυγουστος και εγώ έρχομαι πάντα απομεσήμερο. Εσύ είσαι η Αννα Μανιάνι, όχι η ίδια βέβαια αλλά η Σαν Άννα Μανιάνι. Την πρώτη φορά με έβαλες να ξαπλώσω στον δερμάτινο καναπέ και να κοιτάζω τον ροζ τοίχο. Μετά από πολλά παζαρέματα σε καταφερα και τωρα ψιλοξαπλώνω στην καλαμένια πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο σου ώστε να βλέπω εσένα. Πως τα κατάφερα? Α, είναι άλλη ιστορία. Πρέπει να ξεκινήσω από την πρώτη μας συνάντηση, στο δημόσιο ψυχιατρείο όπου με φέρανε να με εξετάσεις. Να τα πούμε αυτά? Τι έχουμε να χάσουμε… Ετσι κι αλλιώς κανείς δεν μας ακούει. Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος που λαθραία τα διαβάζει σκαρφαλωμένος στην κληματαριά της πίσω αυλής και μας παρατηρεί με το ένα μάτι, πίσω από τα μισόκλειστο παντζούρι, άφησέ τον. Πρόκειται για υποκριτή πρώτου μεγέθους. Μπορεί να του εχουν δώσει τριπλό τίτλο, Υποκριτής, Αδελφός και Όμοιος, αλλα κρατώ μόνον τον πρώτο, δηλώνει απερίφραστα την ομοιότητα που έχει με τον παραμυθά που τα γράφει όλα αυτά, οπότε και τον συμπαθώ με τρόπο εξάγωνο και κρυσταλλικό. Που είχαμε μείνει? Α, λοιπόν. Μόλις επέστρεψα από μία βόλτα στα χωράφια με τον σκύλο, χαλαρό βοριαδάκι και γαλακτωμένη συννεφιά, έφαγα μισό κομμάτι μουσακά φυλαγμένον από χτες, και πάτησα το κουμπί να παιζει ο δίσκος που έχω εδώ για τίτλο μπάς και μου κατεβάσει καμιά ιδέα, γιαυτό κάθομαι και στον καναπέ με ψηλά τα πόδια να τα ακουμπάω στην πλάτη της καρέκλας, ώστε οι ιδέες να είναι ποδαρώδεις. Εγώ, ο Απαράλλαχτος Ούγκο το λοιπόν, τότε που πρωτοσυναντήθηκα με την γιατρό την Σαν Άννα Μανιάνι για να με εξετάσει ήμουν κανταροχτυπημένος από μια βαριά κατάθλιψη. Και αν δεν το θυμάστε το καντάρι είναι μονάδα βάρους σε αχρηστία πλέον, σαν το τάλαντο. Με ολοφάνερα συμπτώματα, δεν ήξερα ούτε τι έλεγα, ούτε τι έπραττα. Είχα έναν φίλο κολλητό, τον Κόνστα. Βρέθηκα τότε λίγες μέρες να μένω στο σπίτι του, σε ένα ορεινό χωριό, στις πλαγιές της Αίτνας. Έβλεπε τα περίεργα που έκανα αλλά ο Κόνστα δεν είναι ο τύπος που μιλάει πολύ. Το πρώτο βράδι αναποδογύρισα μία γαβάδα με τηγανισμένη σκωταριά στο κεφάλι μου και το έτριβα, να γίνει αλοιφή κατά της πιτυρίδας. Το δεύτερο βράδι με πήγε στον χορό των χωριανών του όπου εμφανίστηκα με σαγιονάρες και τα νύχια μου βαμμένα κόκκινα και στη συνέχεια στο τραπέζωμα, άδειασα μία οδοντόκρεμα στο πιάτο και την έφαγα. Το τρίτο βράδι με τσουβάλιασε και με κατέβασε στο Παλέρμο. Το επόμενο πρωί καθόμασταν μαζί στον πάγκο, στον διάδρομο, στα εξωτερικά ιατρεία του δημόσιου ψυχιατρείου περιμένοντας να ακούσω το όνομά μου. Απαράλλαχτος Ούγκo? Παρών! Η μουσική τωρα τελείωσε αλλά δεν ξαναβάζω Μπάχ, τα καλοκουρντισμένα όργανα μου κατεβάσαν μόνον σχετλιαστικές ποδαρο’ι’δέες. Τώρα έριξα Σοπέν, το καλό κούρδισμα σε αυτόν δεν είναι τόσο προφανές, ακούγεται στο δεύτερο επίπεδο, ίσως λοιπόν οι ποδαρώδεις ιδέες που θα μου κατεβάσει να είναι πιο ευπροσήγορες. Και αν δεν πάμε και με αυτόν καλά, στην επόμενη επίσκεψη θα περάσουμε στον Ντεμπυσσύ, μήπως ξεκουρντιστώ λίγο και χαλαρώσω. Και έπεται συνέχεια μακρά, όπως βλέπω. Μάλλον θα αφήσουμε πίσω μας και τον Σοστάκοβιτς, φτάνοντας ως τον John Cage. To τιρερέμ του Κουκουζέλη πάντως το φυλάω για το τέλος, the Epilog, για το This is the End, με τον Μόρισον να ουρλιάζει Μάδερρρ! Α’ι’ γουώνα ΦΑΚ γου! ταυτόχρονα με τις Αγιορήτικες ψαλμωδίες, σε επάλληλη εγγραφή. Μα τι λέω? Τέλος πάντων. Σοπέν? Σοπέν. Φύγαμε. Ας αναβάλλουμε όμως γιατρέ μου την ιστορία της πρώτης μας συνάντησης για αργότερα. Ο Σοπέν άλλαξε τα χρώματα. Το μικρό γεγονός πού ήθελα να σου αναφέρω είναι το εξής. Ο Ούγκο Απαράλλαχτος είναι δεν είναι δυό χρονών. Ζει στο μεγάλο σπίτι του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Είναι σούρουπο προχωρημένο και ζεστό, πέφτει η νύχτα και οι βαθειές σκιές. Ο Ούγκο μάλλον έχει κάνει κάποια αταξία. Η μάνα του μάλλον θα έχει τσακωθεί με τον πατέρα του. Ο Ούγκο θυμάται μόνον τα εξής. Η μάνα του αναμαλλιασμένη και αγριεμενη τον μαλώνει. Ο Ούγκο κλαίει. Η μάνα του συνεχίζει. Ο Ούγκο κλαίει δυνατά. Η μάνα του ουρλιάζει λέγοντας, ‘’Θα φύγω και θα σε αφήσω’’. Ο Ούγκο σπαράζει στο κλάμα. Η μάνα του μαινόμενη προχωράει στην απέραντη αυλή, περνάει τα ψηφιδοστρωμένα συντριβάνια, χώνεται στον κήπο. Ο Ούγκο τρέχει από πίσω της. Η μάνα του σταματάει μεσα στα ψηλά αγριόχορτα, δείχνει το βάθος, το σωρό με τα αρκουδόβατα που γωνιάζουν στον μαντρότοιχο και του φωνάζει άγρια, ‘’Θα φύγω, θα σ’αφήσω, θα πάω εκεί μέσα και δεν θα ξανάρθω!..’’ και ξεκινάει. Ο Ούγκο στέκεται, δεν ακολουθεί, δεν μπορεί να κλάψει, κόβεται η αναπνοή του από το κλάμα, μάλλον είναι στα πρόθυρα ανοξίας. Όμως επέζησε τελικά. Το πώς συνδέεται το γεγονός αυτό με τις μονοκοντυλιές γιατρέ μου, θα στο πω όταν θα έρθει η ώρα του.Είναι η τρίτη μου επίσκεψη στην ντοτορέσσα Σαν Άννα Μανιάνι. Είχα πιστέψει ότι θα την έβλεπα κάθε φορά να φορά το ίδιο φόρεμα. Δεν με αφορά, οι φοράδες όταν παίρνουν φόρα, όταν αναχαντρίζονται μπροστά στον Βουκεφάλα, όλες το ίδιο ένστικτο τις βασανίζει βασικά βάζοντας την αξιοπρέπεια κατά μέρος. Και τώρα, σήμερα, την βλέπω με φαρδύ το φόρεμα και πολύχρωμο και κλαρωτό, μιάς άλλης εποχής. Νομίζω κάπως νευρική. Σαν να βιάζεται. Με ποιόν άραγε να πηδιέται…. Το σπίτι αυτό είναι κενό. Αν και ακούστηκε από ένα δωμάτιο μουσική προχτές. Ποιος άραγε…. Δεν θα με παραξένευε κάποιος Γκιουζέππε από την ιχθυόσκαλα, από αυτούς που τώρα, απόγεμα Σαββάτου, ντανιάζουν τις άδειες ψαροκασέλες και γλαρώνουνε προσμένοντας τις μαλακές παλάμες του μπαρμπέρη στα σκληρά τους μάγουλα, απόγεμα Σάββατο , κολόνια γιασεμί. Ένας από αυτούς, τους τελευταίους εραστές του Πέτρου-Παύλου είναι σίγουρα. Θα φτύνει τα κουκούτσια της ελιάς στο πιάτο, θα χαμογελά αθώα, θα σκοτώνει έντιμα.- Καλησπέρα.- Μπονα σέρρα.Τα μπράτσα της είναι αφράτα. Είναι ακόμα νέα. Ως τόσο τα αφράτα μπράτσα της με αυτά τα αδιόρατα ίχνη κυτταρίτιδας θυμίζουν άσπρο αχνιστό ψωμί. Μπορώ να βεβαιώσω ότι οι μασχάλες της μυρίζουν όμορφα ιδρώτα. Θα με άφηνε αγκαλιά να τις μυρίσω? Να χωθώ με κλειστά μάτια εκεί, ανάμεσα στα στήθια και στα μπράτσα της? Θα με άφηνε να σύρω απαλά την παλάμη πάνω από το χνούδι της στα μπούτια?- Σήμερα θα σου κάνω εγώ ερωτήσεις.- Μάλιστα.- Τους αγαπάς τους Εβραίους?- Ναι.- Σε ρώτησα αν τους Εβραίους τους αγαπάς.- Είπα ναι.- Τους ποθείς?- Όχι.- Ποιους ποθείς?- Τους Καρχηδόνιους.- Γιατί?- Διότι σφάζαν τα παιδιά τους.Τον πρωτότοκο τον θυσιάζαν στους Θεούς.- Λές ανοησίες. Τους Εβραίους γιατί δεν τους αγαπάς?- Είπα, τους αγαπάω.- Θα παντερευόσουν μια Εβραία?- Δεν ξέρω.- Μία Κινέζα?- Ίσως.- Μία Καρχηδόνια?- Οπωσδήποτε.- Βλέπεις λοιπόν πως δεν τους αγαπάς?- Τους αγαπώ, αλλά κλέβουνε μικρά παιδιά, τα κλείνουν μέσα σε βαρέλια με καρφιά, τα γκουργκελάνε και μετά τους πίνουνε το αίμα.- Ποιος σου το είπε αυτό?- Εσύ.- Πότε?- Χτές.- Πότε χτές?- Πριν μισόν αιώνα.- Δηλαδή μιάς ημέρας βρέφος είσαι?- Όχι. Είμαι θνησιγενές.- Λες ανοησίες.Τώρα μίλα μου. Πες πότε έπιασες πρώτη φορά το μολύβι και σχεδίασες.- Πρώτη φορά που έπιασα μολύβι δεν σχεδίασα, έγραψα.- Τι ακριβώς?- Αντέγραψα τα κεφαλαία από έναν τίτλο εφημερίδας.- Άρα σχέδιο έκανες. Θυμάσαι τι έλεγε? Ήξερες να διαβάζεις? Πόσο ήσουνα?- ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥΚ έγραφε. Δεν ήξερα βέβαια, ήμουνα τριών χρονών.- Αλλα εσύ νομίζεις ότι δεν σχεδίασες, έγραψες. Είναι σημαντικότερη η γραφή από το σχέδιο?- Οπωσδήποτε. Οι γραμμές είναι απερίγραπτες. Τα γράμματα περιγραφικά.- Γράψε μου τώρα κάτι λοιπόν για να δω.- Σαν τί?- Τι έφαγες σήμερα?- Αρνίσιο κεφαλάκι βραστό.- Γράψε μου ένα ποίημα σχετικά λοιπόν.- Τώρα? Εδώ?- Τώρα. Μέχρι να κάνω ένα τσιγάρο.- Τα ποιήματα χρειάζονται έμπνευση.- Όταν σχεδίαζες όμως αντιγράφοντας τον τίτλο την είχες. Η έμπνευση προ’υ’πάρχει πάντοτε και σε όλους μας. Βρίσκεται κλεισμένη μέσα σε μιά στεγανή δεξαμενή. Εσύ ήρθες σε μένα για να σε γιατρέψω απλά επειδή η δική σου η δεξαμενή χάνει. Έχει διαρροές. Με θεωρείς υδραυλικό. Τράβα λοιπόν στο σκρίνιο, κάθισε και γράφε. Μεχρι να σβύσω το τσιγάρο φέρτο να το δω, ότι κι αν έγραψες. Και τέρμα για σήμερα.Πριν να καθίσω στο σκαμπώ έριξα μιά ματιά κάτω, στην ιχθυόσκαλα. Είχε αδειάσει. Ένας όμως παρέμενε, έμενε όρθιος καπνίζοντας και η φιγούρα του καθρεφτιζόταν στα πλυμένα τσιμέντα. Τελείωσα το γράψιμο πριν σβύσει το τσιγάρο. Εφόσον σήμερα βιαζόταν θα της έκανα τη χάρη αλλά την επόμενη φορά θα το ξεπλήρωνε. Θα ερχόμουν οπλισμένος. Ως Ρασκόλνικωφ. Με ένα συμπαγές τούβλο πεπιεσμένων ιδεών, όπλο ακαταμάχητο για τελετές νεκροφιλίας μεταξύ ολοζώντανων. Περίμενα όρθιος να το διαβάσει, αποφασισμένος να κοιτάζω μόνον έξω, τον γλαυκό ουρανό, αλλά το δεύτερο βλέμμα μου την εξέταζε, η ματαιοδοξία μου επέμενε κυρίαρχη και αλώβητη. Σκληρή επαγγελματίας ήτανε, μια poker-face, ως τόσο φάνηκε η αλλαγή στην έκφρασή της, όχι στον μυικό τόνο του βέβαια αλλά στο φώς που διαχυνότανε επάνω του. Το ποίημα έγραφε.Η ξετσίπωτη γλώσσα.Καθώς το λιάνιζαΚαι το ξεμεδούλιαζαΤο αρνοκέφαλοΦταίει που είχα δειΈνα ντοκυμανταίρΠερι της εξΕλίξεως των ειδώνΦταίει που κάτι ενΘυμούμαι απόΑνατομίαΚαι ρούφαγα τους οφΘαλμούς τα οπΤικά νεύρα τουςΜασητήραςΤραχεία καιΑδένας ήΓλυκάδιαΑυτούς με άΦθονο αλάΤοπίπερο ως καιΤη γλώσσαΕν τέλει δε καιΤο μυαλό και παρΕγκεφαλίδαΈλικες και λΟβούς μου ήρθεΚαι αναΛογίστηκα τις εξΑιρετικές και άκρωςΠολυπλόκους λειτουργίαςΤων οργάνων τούτωνΌταν ο ΜπέέέέέΚος έβοσκε παΧύ χορτάρι οπότεΑυθόρμητα ανΈκραξαΩςεμεγαλύνθηταέργασουΚύριεταΠάνταενσοφία ε? ποίησας.- Ωραία.Μου το είπε χωρίς να γυρίσει να με δει.- Ελα ξανά μεθαύριο.---------------------------------------------------------------------------------Παιδάκια, μάλλον ξεστρατίσαμε!..Ο μονόφθαλμος που οδηγούσε τους υπόλοιπους τυφλούς τη φράση αυτή την εκστόμισε μιλώντας Ιαπωνικά. Την γλώσσα δεν γνωρίζω, όμως η σκηνή που έβλεπα, πρώτος αυτός, με όλο το παρελθόν έντονα χαραγμένο στις ρυτίδες και από πίσω οι εφτά τυφλοί με το κουρέλι τους για ζώνη, το δεξί στον ώμο του προηγούμενου, τα πρόσωπα τους απορυθμισμένα , κουστωδία χαλαρή βαδίζει μέσα στο ποτάμι ενώ το γεφύρι υπερ ιπτάμενο παπύρων και λωτών ανθισμένων τους περιμένει δέκα βήματα πιο πέρα… Τι άλλο θα έλεγες εσύ αν ήσουν ο μονόφθαλμος oδηγός. Θα έλεγες βέβαια ότι οι Ιάπωνες μένουν αμίλητοι στα δύσκολα. Αυτός ο πίνακας με κοίταζε λοιπόν. Όπως θα είχε κοιτάξει και όλους τους άλλους θαμώνες σε αυτό το καπηλειό ανα τους αιώνας, όσους τουλάχιστον θα έτυχε να έχουν καθίσει ακριβώς εδώ που κάθομαι τώρα εγώ, φάτσα στον τοίχο και την ξέθωρη λιθογραφία. Ο Ιώσηπος δίπλα μου, στα δεξιά, όχι απέναντι, γέμιζε τα ποτήρια. Με περίμενε ή τον περίμενα? δεν το γνωρίζω. Πρέπει να φύγει όμως, δεν του απομένει χρόνος, τον περιμένει ο μπαρμπέρης , Σάββατο απόγεμα.- Παιδάκια ξεστρατίσαμε.- Σε ποιόν μιλάς?- Στις αναγνώστριες. Στους αναγνώστες. Στον αριστερό τον ψάλτη.- Πού τους βλέπεις?- Όχι εγώ. Αυτοί με βλέπουνε. Πατάν ένα κουμπί και περιμένουν να διαβάσουν τη συνέχεια.- Και τι σ’ ενοχλεί αυτό? σε βλέπω να ζορίζεσαι.- Δεν μ’ ενοχλεί να συνεχίσω Γκιουζέπε, ξεστρατίσαμε λέω.- Όμορφα! Κε σερά, σερά.- Τελικά τι με ήθελες? Νόμιζα πως άλλον περίμενες…Γέλασε ανοιχτόκαρδα και υστερόβουλα. Σ’ αυτόν τον τόπο τελικά η μία και μεγάλη και μοναδική μήτρα είναι η κοζανόστρα. Η Θράκη έχει το γυμνό μπράτσο του Σπάρτακου λείψανο ιερό, η πλατεία Αγάμων τους Άγαμους Θύτες της, ο Έρως του Αιγαίου τους καταρράκτες στα ενοικιαζόμενα δωμάτια, το κάθε διαμέρισμα πολυκατοικίας την τριακονταπενταετία του και η Σικελία την κατάρα του Νικία. Βάλτε μου να πιώ.- Σε ήθελα για να σου πω πως δεν υπάρχω και να μη με ψάχνεις άλλο πιά.Δεν με ξάφνιασε. Αυτά είναι γνωστά κόλπα των γραφιάδων από τον καιρό του Γιγλαμές. Πετάς στο πρώτο αδιέξοδο έναν ήρωα περίεργον αλλά μόλις βγείς στην αρένα και σε κυκλώσουν οι αλαλαγμοί χλωμιάζεις, αλλάζεις μάνι-μάνι τη γραφίδα και τον μετατρέπεις σε αντιήρωα για να σε γλυτώσει. Φτηνά κόλπα.- Παρακάτω.- Εσύ νομίζεις πως με τη γιατρίνα σου την Σαν Άννα είμαστε γκόμενοι. Λάθος. Παντρεμένοι είμαστε. Με παιδιά.- Αλλά?- Ζούμε μ’αυτόν τον τρόπο για να μην σκοτώσουμε τον έρωτα.- Μπα! Πόσα χρόνια?- Δεκατέσσερα.- Πως και δεν το βαρέθηκες?- Πως γίνεται να βαρεθώ κάτι αφού δεν υπάρχω…- Ναι βέβαια, το ξέχασα αυτό. Μα πρόσεξε να δεις, εφόσον εσύ δεν υπάρχεις κι εγώ κάθομαι και μιλάω μαζί σου τώρα, μήπως δεν υπάρχω ούτε κι εγώ?Περίμενα πως θα χαμογελούσε, τουλάχιστον έτσι το σχεδίαζα, εξ άλλου εδώ γράφω ότι θέλω εγώ. Και όμως με εξέπληξε, σχεδόν με τρόμαξε, ακαριαία θυμωσε χωρίς να προλάβω να το ελέγξω, βρόντηξε τη γροθιά στο τραπέζι και με κάρφωσε άγρια.- Μη μου λες μαλακίες! Αν εσύ δεν υπάρχεις τότε δεν υπάρχω ούτε εγώ. Λοιπόν. Μπορεί να είμαι ανύπαρκτος αλλα τωρα ζω! Ζω ακριβώς επειδή μιλάς μαζί μου! Λέγε μου λοιπόν!Ξαναχτύπησε δυνατά, κανένας βέβαια δεν γύρισε, όλους τους θέλω μέσα σε αυτό το μαγαζί αυτήν την ώρα να είναι μισοπιωμένοι και εκκωφαντικά φλύαροι. Και αυτό ακριβώς γίνεται.- Θέλεις να σου μιλήσω? Άκου με λοιπόν! Για να τελειώνω και με τη γυναίκα σου. Να της τα πεις εσύ. Σιωπή! τώρα δεν μιλας! Σκασμός! Μόνον ακούς! Είσαι ένας σκατιάρης! Περνιέσαι για το αντίβαρο του συγγραφέα αλλα αμαρτάνεις τρις θανάσιμα. Μια τηγανιά πατάτες που τις μαγειρεύει ο ίδιος είναι το αντίβαρό του, μία μακαρονάδα, μία ομελέτα! Εσύ είσαι μόνον ο μπάσταρδος αφέντης μιάς χαζής μανούλας! Αυτό μόνον! Σε διαγράφω! Σε στέλνω να πας να βρείς όλα τα βιβλία που δεν έγραψα ποτέ. Είσαι μονάχα ένα κούτσουρο αναμμένο κατω απ τον αποστακτήρα μου, ανόητε ανύπαρκτε, ώστε να βγάζω τη ρακή, ρακή μίας αθανασίας που ποτέ δεν θα υπάρξει. Θέλεις τώρα να περιγράψουμε τα χρώματα του λιμανιού, ε? την ώρα αυτή που πέφτει ο ήλιος, ε? Ανόητε… κυρίαρχες αισθητικές δεν υπαρχουν πιά, τα νήπια ανδρώθηκαν, γίνανε όλα Ανδρομάχες. Την ιστορία σου την ξερω. Κολοκύθια ρίγανη! Υπόδουλος εις τον Αιώνα είσαι. Διότι η μιζέρια δεν αποτελει αισθητική. Μόνο η χαρά. Και συ από τα δύο ψέματα διάλεξες το άσχημο. Άκου λοιπόν, πάρε μολυβι και χαρτί, τι έπαθα από τα τρία ως τα έντεκα!Μάλλον τον πείραξαν, μάλλον του έκαναν κάποιο τρανό κακό όλα αυτά που πέταξα στα μούτρα του έτσι απότομα, γίνεται χαλκοπράσινος, ένα απολιθωμένο φύλλο καστανιάς ενώ στα στήθια του φυτρώνουνε παράσημα παρελθόντων εμφυλίων πολέμων, μία μεγάλη τρύπα απλώνει εκεί μέσα του και ως ολογραφήματα ο Φράνκο, ο Παπάγος, ο Κόμης ντ Άνζού, ο Βάρδας, ο Δερκυλίδας έρχονται ένας ένας και αποθέτουν τον δικό τους μεγαλόσταυρο. Πάει. Ο Ιώσηπος Γιουζέπε εξαχνώθηκε. Στα γόνατά μου κάθεται ένα μικρό κουτί με τη σταχτη του κι ένα βελούδο ξεφτισμένο με δεκαοχτώ παράσημα. Σε ποιόν λοιπόν να πω την ιστορία, σε ποιόν να μιλήσω….
.





































