Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2009


ω , οι ακτές των ναυαγιστών,
των αποξεχασμένων απογόνων μας,
των εραστών της λευκής σελίδας
.
.
.
.

Kάποτε ρώτησε λέει τον Μπάχ ένας μουσικός,- Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω ώστε να παίζω κι εγώ τόσο καλά? -Είναι πολύ απλό, αρκεί να πατάς το σωστό πλήκτρο στην σωστή στιγμή... του απάντησε...Έξω ψιλοβρέχει. Θα φτάσει όστρια και ακούγεται μέχρις εδώ η βοή της θάλασσας. Είναι η ώρα δύο μετά τα μεσάνυχτα και τα τσιμέντα της αυλής είναι βρεγμένα, δεν χρειάζεται να περπατήσω μέχρι τα παρτέρια για να κατουρήσω. Ο Άνθρωπος γεννιέται Δημιουργός. Όλα τα νήπια πιάνουν μολύβι και τραβούν γραμμές, σχεδιάζουν. Αργότερα, καθώς τα πρωτοβρόχια εναλλάσονται με τους καύσωνες, τα κραγιόνια ξεχνιούνται μέσα στα συρτάρια. Αυτό δεν είναι άσχημο, ούτε κακό. Η ομοιομορφία είναι εχθρός της Ζωής. Τύχη και Αναγκαιότητα αναλαμβάνουν να ορίσουν τον κάθε έναν μας στην θέση που δικαιούται. Βέβαια ένας πολιτισμός ατελής, όπως αυτός που μας υπηρετεί από κτίσεως Κόσμου, είναι λογικό να υπερτιμά τα λεγόμενα πνευματικά χαρίσματα και να τα βαφτίζει ταλέντα, τέχνες, καλές τέχνες, καλλιτεχνίες. Ενδεχομένως επειδή δεν μπορεί ή δεν θέλει να εξηγήσει το πώς και γιατί. Αυτό το θεωρώ μεγάλη αδικία. Όλες τις μορφές εγγενών ικανοτήτων θα έπρεπε να τις θεωρεί ως ισότιμες. Πλην όμως ατελής, ατελέστατος πολιτισμός είναι και τον δικαιολογώ. Το ίδιο και όσους δεν το έχουν αντιληφθεί αυτό ακόμη και παραμένουν παγιδευμένοι. Τώρα μόλις έφτασε και ο άνεμος. Ο νοτιάς είναι πράγματι τρελός αέρας, Σε χτυπάει με δύναμη, πέφτει για λίγο, για μισό λεπτό, και μετά ξανά. Γιατί άρχισα να τα γράφω άραγε όλα αυτά ενώ κοντεύουν ξημερώματα… Θα προσπαθήσω να βρω μία εξήγηση, μία ερμηνεία στο πώς και το γιατί κατέληξα, βάσει της Τύχης και Αναγκαιότητας, όπως προανέφερα, σε αυτή τη θέση. Να σέρνω δηλαδή μονοκοντυλιές πάνω στο χαρτί και αυτές να αρέσουν. Όχι μόνον σε άλλους αλλά και σε μένα τον ίδιο. Γνωρίζω ότι αρκετούς τους ενδιαφέρει αυτή η προσπάθεια ερμηνείας. Κυρίως βέβαια εμένα, διότι προς ώρα δεν έχω ιδέα. Υποθέτω όμως πως γράφοντας δύο αράδες κάθε βράδι θα βγει στην επιφάνεια σύντομα και θα το πληροφορηθώ κι εγώ.Η πρώτη μου επαφή με την ζωγραφική έτυχε όταν ήμουν τεσσάρων μηνών και κράτησε δύο χρόνια συνεχόμενα. Ήταν καθημερινή και διαρκούσε όλη τη μέρα, ακόμα και στον ύπνο μου προφανώς με βάραινε. Έτυχε τότε να ζώ στην Μυτιλήνη, σε ένα τεράστιο αρχοντικό, μία έπαυλη με αχανή αυλή ψηφιδόστρωτη, με συντριβάνια, σκοτεινούς παρατημένους κήπους και κάγκελα μαύρα που την χώριζαν από τη θάλασσα. Σ’αυτό το μικρό παλάτι είχαν επιταχτεί δυό κάμαρες όπου μέναμε. Ήταν το καλοκαίρι του 1948 και ο εμφύλιος πόλεμος ψιλομπουμπούνιζε ακόμα, οι ανάγκες ήταν περίεργες και επιτακτικές, και να επιταχτούν δύο δωμάτια για να μείνει ένας περαστικός στρατιωτικός δεν παραξένευε κανέναν. Η μία κάμαρη ήταν παλιά τραπεζαρία, με το παράθυρο στη θάλασσα και μικρό άνοιγμα στον εσωτερικό τοίχο, που το έλεγαν δεσπέντζα, για να επικοινωνεί με την παρακείμενη κοινόχρηστη κουζίνα, κοινόχρηστη με μια άλλη οικογένεια που εγκαταβιούσε και αυτή εκει μεσα. Η δεύτερη κάμαρη ήταν του ύπνου, πάντα σκοτεινή και είχε όλο το νταβάνι της ζωγραφισμένο. Μια ζωγραφιά αλλοπρόσαλλη, τεράστια, με σκουρα έντονα χρώματα και έδειχνε τον Άδη. Τον Άδη να χάσκει ως σπήλαιο που καταπίνει ένα ποτάμι και μια ξύλινη σάπια βάρκα με τον Χάρο γέρο και αγριεμένο να λάμνει βιαστικά με το ένα και με το άλλο να βαστάει αρπαγμένη από τη μέση την Ευρυδίκη που οδύρεται και απλώνει σπαραχτικά τα χέρια πίσω, η βάρκα να απομακρύνεται από τον Ορφέα, γονατισμένος στον βράχο τραβούσε τα μαλλιοκέφαλά του ενώ ο Χάρος υπομειδιούσε αγριωπά, μαύρος και άραχλος, και βιαζόταν να απομακρυνθεί αλλά η βάρκα όλο εκεί έμενε όσο την έβλεπα, γυμνός ο Ορφέας, όμορφος, γλυκής, σχεδόν θυληκός, θεόγυμνη η Ευρυδίκη λευκή και αφράτη με κωλάρες και βυζάρες, και ο Χάρος γυμνος αλλά με σάρκα γκρίζα, σάπια, μαύρη. Ως που να κλείσω τα δυό, κάτω από αυτή τη σκέπη κοιμόμουν και ξυπνούσα και προφανώς αυτήν χάζευα με τις ώρες. Μέχρι πριν κάμποσα χρόνια υπήρχε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία αυτης της ζωγραφιάς. Ηταν πολύ όμορφο έργο και καλοδουλεμένο. Αντιγραφή από γνωστόν πίνακα υποθέτω. Κατόπιν, μεγαλώνοντας, άκουσα και την ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης οπότε και κατάλαβα - τρόπος του λέγειν - τι ήταν αυτό που έβλεπα συνεχώς ως βρέφος πάνω από το κεφάλι μου.Γιατρέ μου, εδώ πρέπει να αναφέρω ένα γεγονός που συνέβη ακριβώς εκείνη την εποχή, εκεί, στην αυλή του μέγαρου της Ευρυδίκης και του Ορφέα. Δεν έχει άμεση σχέση με τις καλλιτεχνίες πλην όμως εσύ σαν καλός γιατρός που είσαι θα διαπιστώσεις όταν προχωρήσει αυτή η ιστορία πόσο όμορφα συνδέεται. Πως ερμηνεύει και εξηγεί αυτό που με ανάγκασε κάποια στιγμή να βάλω μία κορνίζα γυρω από τα μπαρμπαδάκια που σχεδίαζα και να αρχίσω να ζητάω πλέον από αυτά να μου προσφέρουν μία διέξοδο. Μήπως βαρέθηκες? Αλλα τι να βαρεθείς… Δουλειά σου είναι αυτή. Να ακούεις και να πέφτουνε τα φράγκα. Πάμε λοιπόν. Και μιάς και δεν υπάρχεις αλλά σε κατέβασα από το πουθενά κορόιδο είμαι να σε κάνω άντρα? Περίεργον, στριφνόν σαν όλους τους τρελογιατρούς με βλέμμα δήθεν αγαθοστοχαστικό, χοντρά γυαλιά, μεγάλη μύτη? Όχι βέβαια, γυναίκα θα σε κάνω. Σικελή είσαι και ζείς στο Παλέρμο. Το ιατρείο σου όπου με εξετάζεις το έχεις σπίτι σου και αυτό είναι πολύ παλιό τριόροφο με ξύλινα χοντροκομμένα πράσινα παντζούρια. Η πόρτα πάντα ανοίγει μόνη της και ανεβαίνω πρώτο πάτωμα. Ερχομαι δύο φορές τη βδομάδα και είμαι ο Ούγκo Τονιάτσι. Δηλαδή όχι ο ίδιος αλλά ο Απαράλλαχτος ας πούμε. Το δωμάτιο οπου με εξετάζεις είναι ψηλοτάβανο και μεγάλο, με μπαλκόνι που κοιτάει στην ιχθυόσκαλα και τα παντζούρια του πάντα μισόκλειστα, είναι καυτό καλοκαίρι, Αυγουστος και εγώ έρχομαι πάντα απομεσήμερο. Εσύ είσαι η Αννα Μανιάνι, όχι η ίδια βέβαια αλλά η Σαν Άννα Μανιάνι. Την πρώτη φορά με έβαλες να ξαπλώσω στον δερμάτινο καναπέ και να κοιτάζω τον ροζ τοίχο. Μετά από πολλά παζαρέματα σε καταφερα και τωρα ψιλοξαπλώνω στην καλαμένια πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο σου ώστε να βλέπω εσένα. Πως τα κατάφερα? Α, είναι άλλη ιστορία. Πρέπει να ξεκινήσω από την πρώτη μας συνάντηση, στο δημόσιο ψυχιατρείο όπου με φέρανε να με εξετάσεις. Να τα πούμε αυτά? Τι έχουμε να χάσουμε… Ετσι κι αλλιώς κανείς δεν μας ακούει. Ακόμα κι αν υπάρχει κάποιος που λαθραία τα διαβάζει σκαρφαλωμένος στην κληματαριά της πίσω αυλής και μας παρατηρεί με το ένα μάτι, πίσω από τα μισόκλειστο παντζούρι, άφησέ τον. Πρόκειται για υποκριτή πρώτου μεγέθους. Μπορεί να του εχουν δώσει τριπλό τίτλο, Υποκριτής, Αδελφός και Όμοιος, αλλα κρατώ μόνον τον πρώτο, δηλώνει απερίφραστα την ομοιότητα που έχει με τον παραμυθά που τα γράφει όλα αυτά, οπότε και τον συμπαθώ με τρόπο εξάγωνο και κρυσταλλικό. Που είχαμε μείνει? Α, λοιπόν. Μόλις επέστρεψα από μία βόλτα στα χωράφια με τον σκύλο, χαλαρό βοριαδάκι και γαλακτωμένη συννεφιά, έφαγα μισό κομμάτι μουσακά φυλαγμένον από χτες, και πάτησα το κουμπί να παιζει ο δίσκος που έχω εδώ για τίτλο μπάς και μου κατεβάσει καμιά ιδέα, γιαυτό κάθομαι και στον καναπέ με ψηλά τα πόδια να τα ακουμπάω στην πλάτη της καρέκλας, ώστε οι ιδέες να είναι ποδαρώδεις. Εγώ, ο Απαράλλαχτος Ούγκο το λοιπόν, τότε που πρωτοσυναντήθηκα με την γιατρό την Σαν Άννα Μανιάνι για να με εξετάσει ήμουν κανταροχτυπημένος από μια βαριά κατάθλιψη. Και αν δεν το θυμάστε το καντάρι είναι μονάδα βάρους σε αχρηστία πλέον, σαν το τάλαντο. Με ολοφάνερα συμπτώματα, δεν ήξερα ούτε τι έλεγα, ούτε τι έπραττα. Είχα έναν φίλο κολλητό, τον Κόνστα. Βρέθηκα τότε λίγες μέρες να μένω στο σπίτι του, σε ένα ορεινό χωριό, στις πλαγιές της Αίτνας. Έβλεπε τα περίεργα που έκανα αλλά ο Κόνστα δεν είναι ο τύπος που μιλάει πολύ. Το πρώτο βράδι αναποδογύρισα μία γαβάδα με τηγανισμένη σκωταριά στο κεφάλι μου και το έτριβα, να γίνει αλοιφή κατά της πιτυρίδας. Το δεύτερο βράδι με πήγε στον χορό των χωριανών του όπου εμφανίστηκα με σαγιονάρες και τα νύχια μου βαμμένα κόκκινα και στη συνέχεια στο τραπέζωμα, άδειασα μία οδοντόκρεμα στο πιάτο και την έφαγα. Το τρίτο βράδι με τσουβάλιασε και με κατέβασε στο Παλέρμο. Το επόμενο πρωί καθόμασταν μαζί στον πάγκο, στον διάδρομο, στα εξωτερικά ιατρεία του δημόσιου ψυχιατρείου περιμένοντας να ακούσω το όνομά μου. Απαράλλαχτος Ούγκo? Παρών! Η μουσική τωρα τελείωσε αλλά δεν ξαναβάζω Μπάχ, τα καλοκουρντισμένα όργανα μου κατεβάσαν μόνον σχετλιαστικές ποδαρο’ι’δέες. Τώρα έριξα Σοπέν, το καλό κούρδισμα σε αυτόν δεν είναι τόσο προφανές, ακούγεται στο δεύτερο επίπεδο, ίσως λοιπόν οι ποδαρώδεις ιδέες που θα μου κατεβάσει να είναι πιο ευπροσήγορες. Και αν δεν πάμε και με αυτόν καλά, στην επόμενη επίσκεψη θα περάσουμε στον Ντεμπυσσύ, μήπως ξεκουρντιστώ λίγο και χαλαρώσω. Και έπεται συνέχεια μακρά, όπως βλέπω. Μάλλον θα αφήσουμε πίσω μας και τον Σοστάκοβιτς, φτάνοντας ως τον John Cage. To τιρερέμ του Κουκουζέλη πάντως το φυλάω για το τέλος, the Epilog, για το This is the End, με τον Μόρισον να ουρλιάζει Μάδερρρ! Α’ι’ γουώνα ΦΑΚ γου! ταυτόχρονα με τις Αγιορήτικες ψαλμωδίες, σε επάλληλη εγγραφή. Μα τι λέω? Τέλος πάντων. Σοπέν? Σοπέν. Φύγαμε. Ας αναβάλλουμε όμως γιατρέ μου την ιστορία της πρώτης μας συνάντησης για αργότερα. Ο Σοπέν άλλαξε τα χρώματα. Το μικρό γεγονός πού ήθελα να σου αναφέρω είναι το εξής. Ο Ούγκο Απαράλλαχτος είναι δεν είναι δυό χρονών. Ζει στο μεγάλο σπίτι του Ορφέα και της Ευρυδίκης. Είναι σούρουπο προχωρημένο και ζεστό, πέφτει η νύχτα και οι βαθειές σκιές. Ο Ούγκο μάλλον έχει κάνει κάποια αταξία. Η μάνα του μάλλον θα έχει τσακωθεί με τον πατέρα του. Ο Ούγκο θυμάται μόνον τα εξής. Η μάνα του αναμαλλιασμένη και αγριεμενη τον μαλώνει. Ο Ούγκο κλαίει. Η μάνα του συνεχίζει. Ο Ούγκο κλαίει δυνατά. Η μάνα του ουρλιάζει λέγοντας, ‘’Θα φύγω και θα σε αφήσω’’. Ο Ούγκο σπαράζει στο κλάμα. Η μάνα του μαινόμενη προχωράει στην απέραντη αυλή, περνάει τα ψηφιδοστρωμένα συντριβάνια, χώνεται στον κήπο. Ο Ούγκο τρέχει από πίσω της. Η μάνα του σταματάει μεσα στα ψηλά αγριόχορτα, δείχνει το βάθος, το σωρό με τα αρκουδόβατα που γωνιάζουν στον μαντρότοιχο και του φωνάζει άγρια, ‘’Θα φύγω, θα σ’αφήσω, θα πάω εκεί μέσα και δεν θα ξανάρθω!..’’ και ξεκινάει. Ο Ούγκο στέκεται, δεν ακολουθεί, δεν μπορεί να κλάψει, κόβεται η αναπνοή του από το κλάμα, μάλλον είναι στα πρόθυρα ανοξίας. Όμως επέζησε τελικά. Το πώς συνδέεται το γεγονός αυτό με τις μονοκοντυλιές γιατρέ μου, θα στο πω όταν θα έρθει η ώρα του.Είναι η τρίτη μου επίσκεψη στην ντοτορέσσα Σαν Άννα Μανιάνι. Είχα πιστέψει ότι θα την έβλεπα κάθε φορά να φορά το ίδιο φόρεμα. Δεν με αφορά, οι φοράδες όταν παίρνουν φόρα, όταν αναχαντρίζονται μπροστά στον Βουκεφάλα, όλες το ίδιο ένστικτο τις βασανίζει βασικά βάζοντας την αξιοπρέπεια κατά μέρος. Και τώρα, σήμερα, την βλέπω με φαρδύ το φόρεμα και πολύχρωμο και κλαρωτό, μιάς άλλης εποχής. Νομίζω κάπως νευρική. Σαν να βιάζεται. Με ποιόν άραγε να πηδιέται…. Το σπίτι αυτό είναι κενό. Αν και ακούστηκε από ένα δωμάτιο μουσική προχτές. Ποιος άραγε…. Δεν θα με παραξένευε κάποιος Γκιουζέππε από την ιχθυόσκαλα, από αυτούς που τώρα, απόγεμα Σαββάτου, ντανιάζουν τις άδειες ψαροκασέλες και γλαρώνουνε προσμένοντας τις μαλακές παλάμες του μπαρμπέρη στα σκληρά τους μάγουλα, απόγεμα Σάββατο , κολόνια γιασεμί. Ένας από αυτούς, τους τελευταίους εραστές του Πέτρου-Παύλου είναι σίγουρα. Θα φτύνει τα κουκούτσια της ελιάς στο πιάτο, θα χαμογελά αθώα, θα σκοτώνει έντιμα.- Καλησπέρα.- Μπονα σέρρα.Τα μπράτσα της είναι αφράτα. Είναι ακόμα νέα. Ως τόσο τα αφράτα μπράτσα της με αυτά τα αδιόρατα ίχνη κυτταρίτιδας θυμίζουν άσπρο αχνιστό ψωμί. Μπορώ να βεβαιώσω ότι οι μασχάλες της μυρίζουν όμορφα ιδρώτα. Θα με άφηνε αγκαλιά να τις μυρίσω? Να χωθώ με κλειστά μάτια εκεί, ανάμεσα στα στήθια και στα μπράτσα της? Θα με άφηνε να σύρω απαλά την παλάμη πάνω από το χνούδι της στα μπούτια?- Σήμερα θα σου κάνω εγώ ερωτήσεις.- Μάλιστα.- Τους αγαπάς τους Εβραίους?- Ναι.- Σε ρώτησα αν τους Εβραίους τους αγαπάς.- Είπα ναι.- Τους ποθείς?- Όχι.- Ποιους ποθείς?- Τους Καρχηδόνιους.- Γιατί?- Διότι σφάζαν τα παιδιά τους.Τον πρωτότοκο τον θυσιάζαν στους Θεούς.- Λές ανοησίες. Τους Εβραίους γιατί δεν τους αγαπάς?- Είπα, τους αγαπάω.- Θα παντερευόσουν μια Εβραία?- Δεν ξέρω.- Μία Κινέζα?- Ίσως.- Μία Καρχηδόνια?- Οπωσδήποτε.- Βλέπεις λοιπόν πως δεν τους αγαπάς?- Τους αγαπώ, αλλά κλέβουνε μικρά παιδιά, τα κλείνουν μέσα σε βαρέλια με καρφιά, τα γκουργκελάνε και μετά τους πίνουνε το αίμα.- Ποιος σου το είπε αυτό?- Εσύ.- Πότε?- Χτές.- Πότε χτές?- Πριν μισόν αιώνα.- Δηλαδή μιάς ημέρας βρέφος είσαι?- Όχι. Είμαι θνησιγενές.- Λες ανοησίες.Τώρα μίλα μου. Πες πότε έπιασες πρώτη φορά το μολύβι και σχεδίασες.- Πρώτη φορά που έπιασα μολύβι δεν σχεδίασα, έγραψα.- Τι ακριβώς?- Αντέγραψα τα κεφαλαία από έναν τίτλο εφημερίδας.- Άρα σχέδιο έκανες. Θυμάσαι τι έλεγε? Ήξερες να διαβάζεις? Πόσο ήσουνα?- ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΟΥ ΦΑΡΟΥΚ έγραφε. Δεν ήξερα βέβαια, ήμουνα τριών χρονών.- Αλλα εσύ νομίζεις ότι δεν σχεδίασες, έγραψες. Είναι σημαντικότερη η γραφή από το σχέδιο?- Οπωσδήποτε. Οι γραμμές είναι απερίγραπτες. Τα γράμματα περιγραφικά.- Γράψε μου τώρα κάτι λοιπόν για να δω.- Σαν τί?- Τι έφαγες σήμερα?- Αρνίσιο κεφαλάκι βραστό.- Γράψε μου ένα ποίημα σχετικά λοιπόν.- Τώρα? Εδώ?- Τώρα. Μέχρι να κάνω ένα τσιγάρο.- Τα ποιήματα χρειάζονται έμπνευση.- Όταν σχεδίαζες όμως αντιγράφοντας τον τίτλο την είχες. Η έμπνευση προ’υ’πάρχει πάντοτε και σε όλους μας. Βρίσκεται κλεισμένη μέσα σε μιά στεγανή δεξαμενή. Εσύ ήρθες σε μένα για να σε γιατρέψω απλά επειδή η δική σου η δεξαμενή χάνει. Έχει διαρροές. Με θεωρείς υδραυλικό. Τράβα λοιπόν στο σκρίνιο, κάθισε και γράφε. Μεχρι να σβύσω το τσιγάρο φέρτο να το δω, ότι κι αν έγραψες. Και τέρμα για σήμερα.Πριν να καθίσω στο σκαμπώ έριξα μιά ματιά κάτω, στην ιχθυόσκαλα. Είχε αδειάσει. Ένας όμως παρέμενε, έμενε όρθιος καπνίζοντας και η φιγούρα του καθρεφτιζόταν στα πλυμένα τσιμέντα. Τελείωσα το γράψιμο πριν σβύσει το τσιγάρο. Εφόσον σήμερα βιαζόταν θα της έκανα τη χάρη αλλά την επόμενη φορά θα το ξεπλήρωνε. Θα ερχόμουν οπλισμένος. Ως Ρασκόλνικωφ. Με ένα συμπαγές τούβλο πεπιεσμένων ιδεών, όπλο ακαταμάχητο για τελετές νεκροφιλίας μεταξύ ολοζώντανων. Περίμενα όρθιος να το διαβάσει, αποφασισμένος να κοιτάζω μόνον έξω, τον γλαυκό ουρανό, αλλά το δεύτερο βλέμμα μου την εξέταζε, η ματαιοδοξία μου επέμενε κυρίαρχη και αλώβητη. Σκληρή επαγγελματίας ήτανε, μια poker-face, ως τόσο φάνηκε η αλλαγή στην έκφρασή της, όχι στον μυικό τόνο του βέβαια αλλά στο φώς που διαχυνότανε επάνω του. Το ποίημα έγραφε.Η ξετσίπωτη γλώσσα.Καθώς το λιάνιζαΚαι το ξεμεδούλιαζαΤο αρνοκέφαλοΦταίει που είχα δειΈνα ντοκυμανταίρΠερι της εξΕλίξεως των ειδώνΦταίει που κάτι ενΘυμούμαι απόΑνατομίαΚαι ρούφαγα τους οφΘαλμούς τα οπΤικά νεύρα τουςΜασητήραςΤραχεία καιΑδένας ήΓλυκάδιαΑυτούς με άΦθονο αλάΤοπίπερο ως καιΤη γλώσσαΕν τέλει δε καιΤο μυαλό και παρΕγκεφαλίδαΈλικες και λΟβούς μου ήρθεΚαι αναΛογίστηκα τις εξΑιρετικές και άκρωςΠολυπλόκους λειτουργίαςΤων οργάνων τούτωνΌταν ο ΜπέέέέέΚος έβοσκε παΧύ χορτάρι οπότεΑυθόρμητα ανΈκραξαΩςεμεγαλύνθηταέργασουΚύριεταΠάνταενσοφία ε? ποίησας.- Ωραία.Μου το είπε χωρίς να γυρίσει να με δει.- Ελα ξανά μεθαύριο.---------------------------------------------------------------------------------Παιδάκια, μάλλον ξεστρατίσαμε!..Ο μονόφθαλμος που οδηγούσε τους υπόλοιπους τυφλούς τη φράση αυτή την εκστόμισε μιλώντας Ιαπωνικά. Την γλώσσα δεν γνωρίζω, όμως η σκηνή που έβλεπα, πρώτος αυτός, με όλο το παρελθόν έντονα χαραγμένο στις ρυτίδες και από πίσω οι εφτά τυφλοί με το κουρέλι τους για ζώνη, το δεξί στον ώμο του προηγούμενου, τα πρόσωπα τους απορυθμισμένα , κουστωδία χαλαρή βαδίζει μέσα στο ποτάμι ενώ το γεφύρι υπερ ιπτάμενο παπύρων και λωτών ανθισμένων τους περιμένει δέκα βήματα πιο πέρα… Τι άλλο θα έλεγες εσύ αν ήσουν ο μονόφθαλμος oδηγός. Θα έλεγες βέβαια ότι οι Ιάπωνες μένουν αμίλητοι στα δύσκολα. Αυτός ο πίνακας με κοίταζε λοιπόν. Όπως θα είχε κοιτάξει και όλους τους άλλους θαμώνες σε αυτό το καπηλειό ανα τους αιώνας, όσους τουλάχιστον θα έτυχε να έχουν καθίσει ακριβώς εδώ που κάθομαι τώρα εγώ, φάτσα στον τοίχο και την ξέθωρη λιθογραφία. Ο Ιώσηπος δίπλα μου, στα δεξιά, όχι απέναντι, γέμιζε τα ποτήρια. Με περίμενε ή τον περίμενα? δεν το γνωρίζω. Πρέπει να φύγει όμως, δεν του απομένει χρόνος, τον περιμένει ο μπαρμπέρης , Σάββατο απόγεμα.- Παιδάκια ξεστρατίσαμε.- Σε ποιόν μιλάς?- Στις αναγνώστριες. Στους αναγνώστες. Στον αριστερό τον ψάλτη.- Πού τους βλέπεις?- Όχι εγώ. Αυτοί με βλέπουνε. Πατάν ένα κουμπί και περιμένουν να διαβάσουν τη συνέχεια.- Και τι σ’ ενοχλεί αυτό? σε βλέπω να ζορίζεσαι.- Δεν μ’ ενοχλεί να συνεχίσω Γκιουζέπε, ξεστρατίσαμε λέω.- Όμορφα! Κε σερά, σερά.- Τελικά τι με ήθελες? Νόμιζα πως άλλον περίμενες…Γέλασε ανοιχτόκαρδα και υστερόβουλα. Σ’ αυτόν τον τόπο τελικά η μία και μεγάλη και μοναδική μήτρα είναι η κοζανόστρα. Η Θράκη έχει το γυμνό μπράτσο του Σπάρτακου λείψανο ιερό, η πλατεία Αγάμων τους Άγαμους Θύτες της, ο Έρως του Αιγαίου τους καταρράκτες στα ενοικιαζόμενα δωμάτια, το κάθε διαμέρισμα πολυκατοικίας την τριακονταπενταετία του και η Σικελία την κατάρα του Νικία. Βάλτε μου να πιώ.- Σε ήθελα για να σου πω πως δεν υπάρχω και να μη με ψάχνεις άλλο πιά.Δεν με ξάφνιασε. Αυτά είναι γνωστά κόλπα των γραφιάδων από τον καιρό του Γιγλαμές. Πετάς στο πρώτο αδιέξοδο έναν ήρωα περίεργον αλλά μόλις βγείς στην αρένα και σε κυκλώσουν οι αλαλαγμοί χλωμιάζεις, αλλάζεις μάνι-μάνι τη γραφίδα και τον μετατρέπεις σε αντιήρωα για να σε γλυτώσει. Φτηνά κόλπα.- Παρακάτω.- Εσύ νομίζεις πως με τη γιατρίνα σου την Σαν Άννα είμαστε γκόμενοι. Λάθος. Παντρεμένοι είμαστε. Με παιδιά.- Αλλά?- Ζούμε μ’αυτόν τον τρόπο για να μην σκοτώσουμε τον έρωτα.- Μπα! Πόσα χρόνια?- Δεκατέσσερα.- Πως και δεν το βαρέθηκες?- Πως γίνεται να βαρεθώ κάτι αφού δεν υπάρχω…- Ναι βέβαια, το ξέχασα αυτό. Μα πρόσεξε να δεις, εφόσον εσύ δεν υπάρχεις κι εγώ κάθομαι και μιλάω μαζί σου τώρα, μήπως δεν υπάρχω ούτε κι εγώ?Περίμενα πως θα χαμογελούσε, τουλάχιστον έτσι το σχεδίαζα, εξ άλλου εδώ γράφω ότι θέλω εγώ. Και όμως με εξέπληξε, σχεδόν με τρόμαξε, ακαριαία θυμωσε χωρίς να προλάβω να το ελέγξω, βρόντηξε τη γροθιά στο τραπέζι και με κάρφωσε άγρια.- Μη μου λες μαλακίες! Αν εσύ δεν υπάρχεις τότε δεν υπάρχω ούτε εγώ. Λοιπόν. Μπορεί να είμαι ανύπαρκτος αλλα τωρα ζω! Ζω ακριβώς επειδή μιλάς μαζί μου! Λέγε μου λοιπόν!Ξαναχτύπησε δυνατά, κανένας βέβαια δεν γύρισε, όλους τους θέλω μέσα σε αυτό το μαγαζί αυτήν την ώρα να είναι μισοπιωμένοι και εκκωφαντικά φλύαροι. Και αυτό ακριβώς γίνεται.- Θέλεις να σου μιλήσω? Άκου με λοιπόν! Για να τελειώνω και με τη γυναίκα σου. Να της τα πεις εσύ. Σιωπή! τώρα δεν μιλας! Σκασμός! Μόνον ακούς! Είσαι ένας σκατιάρης! Περνιέσαι για το αντίβαρο του συγγραφέα αλλα αμαρτάνεις τρις θανάσιμα. Μια τηγανιά πατάτες που τις μαγειρεύει ο ίδιος είναι το αντίβαρό του, μία μακαρονάδα, μία ομελέτα! Εσύ είσαι μόνον ο μπάσταρδος αφέντης μιάς χαζής μανούλας! Αυτό μόνον! Σε διαγράφω! Σε στέλνω να πας να βρείς όλα τα βιβλία που δεν έγραψα ποτέ. Είσαι μονάχα ένα κούτσουρο αναμμένο κατω απ τον αποστακτήρα μου, ανόητε ανύπαρκτε, ώστε να βγάζω τη ρακή, ρακή μίας αθανασίας που ποτέ δεν θα υπάρξει. Θέλεις τώρα να περιγράψουμε τα χρώματα του λιμανιού, ε? την ώρα αυτή που πέφτει ο ήλιος, ε? Ανόητε… κυρίαρχες αισθητικές δεν υπαρχουν πιά, τα νήπια ανδρώθηκαν, γίνανε όλα Ανδρομάχες. Την ιστορία σου την ξερω. Κολοκύθια ρίγανη! Υπόδουλος εις τον Αιώνα είσαι. Διότι η μιζέρια δεν αποτελει αισθητική. Μόνο η χαρά. Και συ από τα δύο ψέματα διάλεξες το άσχημο. Άκου λοιπόν, πάρε μολυβι και χαρτί, τι έπαθα από τα τρία ως τα έντεκα!Μάλλον τον πείραξαν, μάλλον του έκαναν κάποιο τρανό κακό όλα αυτά που πέταξα στα μούτρα του έτσι απότομα, γίνεται χαλκοπράσινος, ένα απολιθωμένο φύλλο καστανιάς ενώ στα στήθια του φυτρώνουνε παράσημα παρελθόντων εμφυλίων πολέμων, μία μεγάλη τρύπα απλώνει εκεί μέσα του και ως ολογραφήματα ο Φράνκο, ο Παπάγος, ο Κόμης ντ Άνζού, ο Βάρδας, ο Δερκυλίδας έρχονται ένας ένας και αποθέτουν τον δικό τους μεγαλόσταυρο. Πάει. Ο Ιώσηπος Γιουζέπε εξαχνώθηκε. Στα γόνατά μου κάθεται ένα μικρό κουτί με τη σταχτη του κι ένα βελούδο ξεφτισμένο με δεκαοχτώ παράσημα. Σε ποιόν λοιπόν να πω την ιστορία, σε ποιόν να μιλήσω….
.
Ρώτησε λεει, ενας νεαρός δημοσιογράφος τον Αλμπερ Σπέερ, ότι που ειχε αποφυλακιστεί, το εξής.- Ειμαι νέ0ς. Πές μου τι πρέπει να κανω για να εχω ενα λαμπρό μέλλον.Εκείνος αφου σκεφτηκε καμπόσο, του απάντησε.-Να εκμεταλευτείς το ταλέντο σου. - Οι Αμφιβολίες είναι μικρά κυκλάμινα χωρίς άρωμα. Φυτρώνουν στην καρδιά μας για να μας κρατάνε συντροφιά. Στις μέρες της αδυναμίας και στις ώρες της δύναμης.- Τιποτα δεν ειναι οπως παλιά. Το Χάος έχει όνομα. Φώναξέ το. Δεν θα σε ακούσει. Ποτέ δεν έρχεται πριν την ώρα του.- Ειναι τόσο ωραίο που είσαι ζωντανός ακόμα...- Δεν υπάρχει ακόμα. Εάν υπήρχε, αυτό θα προυπέθετε και το έπειτα. Και το έπειτα είναι ανύπαρκτο. Για όλους.Ο Απαράλλαχτος μασούλαγε ένα κάστανο και σκεφτόταν, καθισμένος στο πλατύποδο κοτρώνι, στην κορυφή του λόφου, με ολόκληρη την Πατριδογνωσία να απλώνεται ανάγλυφη στα πόδια τους, σκεφτότανε μία ανύπαρκτη και χαλαρή βροχή με χονδρές στάλες, και η κάθε μία της να είναι και μία όμορφη λέξη, ένας στίχος, μία ομοβροντία, απο τα ποιήματα όλων των αμφίφυλλων ποιητών. Δίπλα του καθισμένος και με την πλάτη να ακουμπάει, να χώνεται στο εντύπωμα του βράχου, η Σαν Αννα Μανιάνι, αόρατος σαν υλική κατασταση και μονη συνδιαλλαγή έχοντας τους τροχοφόρους σαλπιγγτές των παραμεθορίων ξωτικών που την στεφάνωναν σβουίζοντας, βίωνε, τον καθημερινό και μητρικό της οργασμό. Ως στάμπατ μάτερ μιας εξαγνισμένης κλειτορίδας ευθαρσώς επικαθήμενης στους όρχεις ενός Μιθράταυρου παρθένου και θερμόεσσα απο το ζών και ζέον αίμα του, ως Κολοσσσός του Ρόδου του Ανέφικτου, ως Υγεία Πάσχουσα, ως απαράβατον όριον διάτρητον, ως πώμα ανεξίτηλον μελανοχίτωνος Φρύνιχου, απολάμβανε τη νηπιακή ευοσμία της ρετσίνης των πεύκων του Πιτυοκάμπτη και μετρούσε μια προς μια τις γαρδένιες που απέπλεαν προς το άπειρο ως απέλπιδες μαντατοφόροι, με τις παντιέρες των πολύχρωμες, μια προς μία, εν σειρά, από το έρκος της ψυχοραφής του Απαράλλαχτου εξερχόμενες. Εκεί. Πάνω στην δόνηση των δύο κόσμων. Βοσκώντας γίδια ο βοσκός έσφιγγε τα παπάρια του γεμίζοντας μελαγχολία τις καρδάρες των αρχαίων αγαλμάτων. Και αν αυτό δεν έχει νόημα τοτε το μόνο νόημα που απομένει ειναι η τυφλή Πίστη.- Τον βλέπω.- -Είναι ανοησία να μιλάς προσποιούμενος ότι ζεις στο χθές.- Μεγάλη Σιωπή, είσαι ο μόνος τρέχον Λόγος.- Αλλοίμονο. Τι να σου πω? Μιλάμε μόνον για να δικαιώνουμε τα ηλεκτρικά πεδία μας. Ποιος τόλμησε ποτέ να απαιτήσει την δικαίωση μιας λειτουργίας όπως είναι η πέψη? Η πέψη σε όλο της το μεγαλείο. Να αρχίσει από την μάσηση, την πολτοποίηση του κάθε μουσακά μεσα στο στόμα της σιχαμερής φαφούτας μάγισσας ή της Ελεωνόρας μας της κανελλόπνοης και να ολοκληρώσει με την τελευτή της, την απορρόφηση των τελευταίων χρήσιμων υγρών από το κόλον ή απευθυσμένο ή παχύ έντερο? Ποιος? Αυτή η Λειτουργία είναι δεδομένη, ε? Και ως δυσοδης, απαράβατα εξόριστη. Μεχρι να χρειαστει να μας φυτέψουν μία παρα φύσιν έδρα οπότε αρθρώνοντας ένα απλό καλημερα θα συναγωνιζόμαστε τον Χώκινς.- Σταμάτα να βγάζεις τα διανοητικά σου κόπρανα από το στόμα ανόητε και παρακολούθα τον τζομπάνο.Στο ζητάει το κοινό. Ξαιρει αυτός.Και ολοκλήρωνε την ιστορία με αυτό το ξεκούρντιστο πιανάκι. Σώνε πιά.- Βέβαια, θα το κάνω, θα συνεχίσω να μιλάω σαν να ζω στο χθές.- Canto. -Καλώς. Ορίστε το λοιπόν. Κάτω, στα πεδινά της Πατριδογνωσίας, ελάχιστες οι φιγούρες, έθαβαν τα όπλα και ξεδίπλωναν στον άνεμο χρωματιστά υφάσματα. Ήταν η ώρα των ψευδών αισθήσεων. Η ώρα της εσώτερης δυναστείας. Η εποχή του τσομπάνου. Ο Έλεγχος, εξόριστος στο αρχαίο βασίλειο των Βλάχων και ο νέος τύραννος σχεδίαζε πλέον μόνον κακότεχνα αντικείμενα του πόθου του. Κωλοειδέστατους στατήρες, βυζοειδείς πομφόλυγες και αιδοιόσχημους αποστακτήρες. Μια ακατάσχετη μανία είχε εισχωρήσει στους πυρήνες. Ο Ψευδόσχημος Έρως. Ως η πληγή του Far ΑΩ. Προαιώνια ψεύδη εμόλυναν τον κινητήρα, τον ωκεανό της Ορμόνης, και οι φιγούρες , παραμιλούσαν και εψεύδιζαν λέξεις-βακτήρια όπως ψυχή-καρδιά-αγνότητα-πίστη- και παραπατώντας ράντιζαν τα χωράφια και τα δάση με κατάλευκες λεπτές γραμμές αποσποράς. Το ‘’..και ελθέτο η βασιλεία της Ποιήσεως επι της Γης..’’ είχε συντελεσθεί. Με τις πλατείες γεμάτες από νόημα. Και τον Απαράλλαχτο νύχτα και μέρα , να κολυμπάει απνευστί προς τα οπίσω βουλιαγμένος στο γαλακτερό ιξώδες ρεύμα του Αχέροντα , προς την χαίνουσα σκοτεινή μήτρα του Άδη, την άλλοτε Μαρία επονομαζόμενη και άλλοτε Ελένη. Με το μυαλό του ερμητικά επτασφράγιστο και τα μάτια πεισματικά κλειστά, να γονιμοποιεί ολοφυρόμενος και ενθουσιασμένος τα προπλάσματα της αρχα’ι’κής ανάμνησης, ως την αναζητούσε στο λυκόφως της ψηφιδωτής αυλής, πίσω χωμένης, στη γωνιά του γκρεμισμένου τοίχου, μέσα στα αγκάθια των άγριων θάμνων-Τον Ανέστη τον απολύσανε. Η κυρά του είναι κατάκοιτη. Έχει και τη γριά, τη μάνα του, στο σπίτι. Τυφλή είναι.Και τρία παιδιά ανήλικα. Στο νοίκι. Και απολύθηκε. Δεν έπρεπε να είχε γεννηθεί ο Ανέστης, ε?-Μην είσαι απόλυτος. Καλώς γεννήθηκε, αλλά σε λάθος χρόνο. Πριν εξακόσια χρόνια στο Φιδόλερε δεν θα τραβούσε τόσα ζόρια. Οι περισσότεροι έτσι περνούσαν. Και κανείς δεν απολύονταν διότι δεν υπήρχανε επιχειρήσεις και εργοστάσια. Εξ άλλου γενικώς τότε πεθαίναν σχετικά νεότατοι.- Να του τα πείς αυτά.- Ναί. Την ώρα που θα του προσφέρω ένα Ούζι.- Οχι Ούζι. Δώστου ένα Τόμμυγκαν που πετάει και φλόγες.- Δε λέει... Αυτό είναι όπλο να σκοτώνει παλληκάρια. Δεν θα το λέρωνα με γριές και ανάπηρες.- Τότε τράβα μια μονοκοντυλιά και σβύσε όλη τη δυστυχία, όλο τον ανθρώπινο τον πόνο. Μιά για πάντα.- Να σου πω.... Αυτό είναι κάτι που το σκέπτομαι απο τον καιρό του Δευκαλίωνα. Ομως, δεν ειναι δυνατόν να γίνει. Το ξεκίνησα απο την αρχή στραβά το πράμα. Έπρεπε όλα να είχαν μείνει Χάος. Εκεί ούτε ο πόνος θα υπήρχε ούτε η λύπη. Τι μούρθε κι έφτειαξα αυτόν τον κόσμο ούτε που κατάλαβα ποτέ.- Ασε τα σάπια, ήθελες τον λαό σου...- Έτσι λες, ε? Ένα παιχνίδι ήτανε. Απλώς βαρυόμουνα. Ήθελα να κατασκευάσω κάτι να περνάω την ώρα μου.- Βέβαια. Γιατί είσαι μόνος και αγάμητος. Εκτός κι αν είσαι ερμαφρόδιτος.- Είμαι. Έχω και κόλπο και αιδοίο. Γόνιμα στήθη, μήτρα, την μήτρα του σύμπαντος. Και όρχεις σαν του Κρόνου και φαλό που συνεχώς χύνει ενέργεια. Την καταβρίσκω αυτογονημοποιούμενος μονίμως. Ειμαι ο Θέ, ο Έν, ο Ζάρ, ο Άλλ, ο Πάν, ο Ά -Παν...- Είσαι ο Μάλ. Για κόψε κάτι, και τα αρχίδια σου πώς ξεφυτρώσανε? Θα σου το πω εγώ ποιός είσαι. Είσαι ο μαλάκας της ΕΒΓΑ στη γωνία, στα κάτω Πατήσια. Και εγώ είμαι η σκιά του Ούγκο Απαράλλαχτου που τοσα χρόνια έγλυφα τα σάλια του υποτιθέμενου Big Bang. Δεν με πειράζει που μιλάς τώρα μαζί μου έχοντας πάρει τη μορφή ενός Μινώταυρου. Την Πασιφάη σου εγώ την γάμησα. Ή μάλλον αυτή γάμησε εμένα. Με έκοψε εφτά κομμάτια και με πέταξε στους σκύμνους αλλά το άξιζα. Χαλάλι της. Εσύ τράβα τώρα ως τη στροφή να δεις αν έρχεται ο Θησέας. Άχρηστε. Εγώ σε έχω πλάσει κι όχι εσύ εμένα.- Μα το ταλέντο σου το έ-- Παπάρια!- Δώρο θε-- Αρχίδια μπλέ! Ο Χρόνος μηδενίζεται κάθε που η ενέργεια φτάνει στο άπειρο. Και αντιστρόφως. Και δάτς ώλλ. - Και όμως υπάρχω! Είμαι αυτό που υπήρχε πριν απο εμένα.- Το μόνο που υπάρχει είναι η αδυναμία μας να κατανοήσουμε την έννοια του Απείρου. Αλλα κι αυτό θα στο εξηγήσω αργότερα που θα έχω κέφια.Όμορφο απόγευμα. Απόγευμα ενός Ντεμπυσσύ. Απόγευμα μίας Αθήνας του 1787. Απόγευμα ενός σήμερα καταμεσίς στο Αιγαίο Πέλαγος με μόνον τον αγνό και άθικτο ορίζοντα τριγύρω. Απόγευμα της καρδούλας του κεθένα μας. Εγώ ο Απαράλλαχτος έχοντας βαρεθεί να ορίζω πλέον Πατριδογνωσίες κάτω απο τα πόδια μου, στην κορυφή του λόφου της Θανατηφόρας Φλεγμονής επικαθήμενος, με την οσία Ξένη και το αιδοιόσχημο μέγα έλεος να με στέφει ως κορώνα Βιλχεώμ, το μόνο που θα επιθυμούσα τώρα είναι να βρισκόμουνα για λίγο σε μία μεγάλη και δημόσια σάλλα στην πόλη της Καέν, λίγες στιγμές πριν να βομβαρδιστεί, συμμέτοχος σ' ένα λιτό γλέντι κατοχικό, σε έναν γάμο, και να περιτυλίγομαι απο τους ήχους-σερπαντίνες των δύο ακκορντεόν που παίζουν, παίζουν, παίζουν, παίζουν, για τα φαρδυά μπατζάκια και τις γόβες με τα άτσαλα χονδρά τακούνια........ Το άπειρο και το λουρί της μάνας..... Οι κάβλες του τζομπάνου.... Τι σαχλά! Είχα μυαλό εγώ! Γιατί στα έντεκα ξέφυγα απο το αγκάλιασμα της Τέχνης και έπεσα με τα μούτρα ανάμεσα στα μπούτια των ωραίων και άσχημων γυναικών.- Έλα, έλα, πες μας πως ήταν εκει μεσα! πες μας, πες μας, πες μας...- Νάτα! Καλώς ορίσατε μωρέ! Όλα τα ξωτικά της Θερινής Νύχτας εδώ μαζευτήκατε? Και τι σας νοιάζει εσάς πως ήτανε... Εφόσον είστε άφυλλα. Σαν πονηρά αγγελάκια.- Ουίίίίίίίίίίίίίί......μας νοιάζει και μας παρανοιάζει αρχοντόπουλο! πες πες πες πες πες πες πως ήταν τότεπου είχες ξεφύγει από τη μάνα τέχνη και περισφιγκώσουν σαν τον Λαοκόοντα μεσα στα τρείς χιλιάδες μπούτια της Λέρνας Ελένης? πώς? πώς? πώς?.....Πες μας μία ανάμνηση απο τις εποχές της Πανδαισίας, τοτε που ειχες παρατησει τα σχέδια στο χαρτι και σχεδιαζες μόνον πανω στην άμμο...- Ω... και που πάνε οι αναμνήσεις όταν μας αποξεχνάνε άραγε? Όλες εκείνες οι απλές εικόνες που είχαν κάποτε αποτυπωθεί πίσω απο το ασπράδι του ματιού? χάνονται, μέσα στην άλω του ήλιου. Σαν υπερ φωτισμένες που μέσα στο Αστρικό λευκό σβύνουν φωτογραφίες. Και περιμένουν την δική μας έκκλειψη για να εμφανιστούν. Και έπειτα, για την εκτύπωση, χρειάζονται οι λέξεις. Για να χτυπήσουνε σαν ήχος ξερού κεραυνού βαθειά μέσα μας, να γκρεμίσουν πόρτες και να ανοίξουν τα παραθυρόφυλλα. - Τσάρλυ άναψε μιά δάδα, έχει πολύ σκοτάδι εδώ...- Οι λέξεις ονειρεύονται.Aραδιασμένες στην ηλιόλουστη προκυμαία του απόντος χρόνου.Σαν κοπέλες της παντρειάς στην Κυριακάτικη βόλτα.Άλλοτε πάλι σαν Πρωτεικά μορφώματα, λευκά τυφλά δελφίνια του Αμαζονίου ποταμού, πιράνχας του Ρίο ντελ Γράδο, ψοφοδεείς, λιμοκτονούσες, ταπεινές και άμορφες μέσα στην πυροκροτημένη άνοια ενός τρέχοντος βίου, τρυπώνουν αναχαντρωμένες στις θολές φυκιάδες κάποιου Νείλου έρμαια κάθε αναστατωμένου θηρευτή, Ικέτιδες μιάς αλαλίας πολυμήχανης. Ωσπου να κελαηδήσει πάλι το πουλι της άνοιξης, το πουλί της φωτιάς, το πουλί, της Ιπανέμα.Θέλω να τις ευχαριστήσω, θυσιάζω στον βωμό τους.Τόσες καλές λεξούλες, τόσα χρόνια, μια ζωή, εύπλαστες αλλά και κυρίαρχες, δούλες και δέσποινες, με βίασαν, με σκότωσαν αλλά και με εκτίναξαν μέχρι και να ακουμπήσω τη Σελήνη, μέχρι και να προσάψω θεία χρώματα στα περιγράμματα του τίποτα, υλοποιώντας το μηδέν, χαιδεύοντας το άπειρο, φλερτάροντας τον Κρόνο γέμισαν, το κορμί μου αόρατα σημάδια. Και αν ακόμα κάποιοι ζωντανοί με αναθυμούνται, σε εκείνες το οφείλω, σε αυτές, που τότε, όταν έπρεπε, μπήκανε όλες στην καλή σειρά, και ξεγλιστρήσαν μέσα από το φράγμα των δοντιών μου μελωμένες απ΄τη γλώσσα μου.Λέξεις καλές μου, πόσο σας ποθώ να ξέρατε… Ομως τώρα ξυπνήστε, η έκκλειψη ειναι ολική, φανερώστε την ανάμνηση. Ορίστε.Η Μάρθα είναι από τα μέρη της Συρίας. Στα μαλλιά της έχει απλωμένη την άσφαλτο της Νεκρής Θάλασσας και στο κορμί της στρώματα επάλληλα Κόπερτον και το κίτρινο μπικίνι της ξαπλώνει άτσαλα και ανάσκελα στον βράχο. Τα φυτά είναι μεγάλα και σκιερά, κατέρχονται ως τα πόδια τους. Οι κόκκοι της άμμου. Ο ήλιος επίπεδος τους βυζαίνει. Εξαερώνει κάθε σκίαση. Τους διατρυπά κλωθωγυρνόντας, κόκκινο δίχτυ, μέσα από τα κλειστά βλέφαρα. Τρείς οι γωνίες, εναλλάσονται κυνηγώντας την Αύρα. Τα επίπεδα έξη, επικαλύπτονται διαφανή. Δροσιά μόνο στο αίμα. Μέσα από το κόκκινο δίχτυ περνά ένα χέρι. Το σώμα καμπυλώνεται, το φίλμ του κόπερτον κυρτώνει ανάλογα, διαχωρίζει τα δυό σχήματα που λειαίνονται, το ένα μεσα στη γούβα, πέτρινη, εύπλαστη γούβα, του άλλου. Οι καμπύλες ευθειάζονται. Η γραμμή και το σημείο της από ψηλά να την ορίζει. Το τόξο λύνεται. Το άλλο χέρι περνάει τώρα μέσα από το δίχτυ, βρίσκει το κόπερτον υφάλμυρο από τον ιδρώτα και ολοκληρώνει παραπληρωματικά την τροχιά. Δεν απομένει πλέον τίποτα στον χώρο. Γραμμές φωτεινές και γράμματα αγκαλιάζονται, αναλύονται στάγδην σε φύση νέα. Τα πέντε χέρια δίνουν σχήμα στην άμμο χωμένα. Το έκτο, συλλέγει ένα κίτρινο βαμβακερό μπλουζάκι και στοχαστικά σκουπίζει με αυτό το σώμα της Μάρθας από τους ιδρώτες και τα Εκβάτανα του έσω Άδη που την έλουσαν....
Ο μαστρο-Γιάννης ανατίναξε προσεκτικά το έκτο πράσο και απέταξε τη σκόνη από την μανταρινιά. Φόρεσε την εξόδια τραγιάσκα του ευχαριστημένος. Το καθρεφτάκι ειχε μετακινηθεί το βράδι προς τα αριστερά. Περνόντας δίπλα από το γραμόφωνο φρόντισε κι έριξε μια μπουνιά στα μούτρα του μωρού που έκλαιγε από ηδονή. Η ωρα ήτανε δεν ήτανε. Τα βούδια επιστρέφαν από την κραιπάλη της βοσκής όλα μαζί ερχόμενα από την κεντική τρυπάρα. Κατόπι διεχώριζαν και το καθένα τραβαγε στο καραβάκι του. Ο μαστρο-Γιάννης έθεσε τον μπούζουκά του παραμάσχαλα και διαβήκε το κατώφλι από μεσα προς τα έξω. Περνώντας δίπλα από την μουριά έκλεισε τον διακόπτη των πελαγωμένων και το σπίτι πίσω του γέμισε από μηχανής θεούς. Πήρε το γκαλντερίμι, κατηφόρησε προς τον καλόν ποιμένα. Εξόχως πράος και εξωτικά πρασινωπός με δυο γλάστρες παραμάσχαλα και ένα ποίημα του Νουρημάν Φακέδα στο δεξί το πέτο.Στα χαρτομάντηλα οπου τα παλαιά κανόνια σκούπιζαν τα βέλη τους, δεν έτρεχε ούτε καμία Φόρντ ούτε κανένα άλλο ένδοξο Δοξαπατρί, προικώον σύμφωνον ή σιφουνιέρα. Μόνον δύο λατάκια πρόωρα τα κουτσοπίνανε με τρείς μαρίδες περασμένες απ’ τη βέσπα. ΄Όπως τους έκοψε ο μπαρμπα-Γιάννης προσευχόμενος, δεν ήταν από σόι. Έφεγγε το βρακί τους και ο Ιεροσώλυμος τεκές που τους συνόδευε, μπέρδευε τον σκοπό της Κουμπαρσίτας με την κατσαρόλα που μαγέρευε τα ρούχα της η Φρόσω. Λέοντες επλημμύριζαν κι απόψε τον καλον λιμένα. Ωραία, χαρισματική μονοτονία. Μια μυρωδιά σφονδύλης του έδιωξε τη ζάλη. Στη σκοπιά, ο Βέλλας Ένγκελας σφύριζε τον εσπερινό. Ο μπαρμπα-Γιάννης έστριψε, κατέβηκε την μονοκοντυλιά του Πεντεφί, γώνιασε την καρέκλα του και επιτέλους, άναψε εν φιγουρέττο. Που και που, τσούγκριζε και από κανένα βαποράκι. Που και που. Που και που. Δεν ειχε ούτε δύο ούτε δώδεκα. Αγκάλιασε λοιπόν το όργανο και άρχισε να του εφαρμόζει έναν σακλεμέ ούμ άμ μπριάμ, γνωστόν απ’ την πολιορκία της Αμμούπολης. Αργά αργά και πού και πού , έλεγε και μια λέξη.Η χώρα πέρασε. Και μία μία οι απογραφές ανέβαιναν στο δρόμο. Απόμειναν μόνον αυτά και ολοι οι άλλοι. Ο κυρ-Γιαννάκης ρεβυθίασε άπαξ και εχασμήθη ορθοδόξως. Αρχισε ένα ένα να σφαλίζει τα εσωτερικά πορτοπαράθυρα των ερμαρίων. Εκείνο με τα βαγονέτα τον δυσκόλεψε. Έστησε το ούτι του ως αντερί, το άφησε μισάνοιχτο πλήν όμως ασφαλές και κίνησε να ανεβαίνει ένα ένα τα σκαλιά προσεκτικά ώστε να μην πατήσει πάνω στα κρανία των Κινέζων που έμεναν εκεί από μεθαύριο. Ο αρπερός αέρας των ματαιοφόρων τον εδρόσισε στον πεζό δρόμο των επιτευγμάτων της αφαλατώσεως. Ακόμα ένα βράδι μέσα σε σκοπούς λαγάνας. Αριστερά Κοκκίνω. Τέρμα Μπόλια. Όλα έρχονται. Φαρές και ούντινες. Και οι υπερχωνίες. Άμε τώρα εις τους μηχανοθέτες. Εγκρεμής, έκθετος, άχρους και άοσμος. Άγευστος ζωοδότης.


Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2009

Αη σατ δε σέριφ, μπατ άη ντιντ σουτ δε ντέμπιουτι



.
Δεν βλέπω κάποιον να κατάλαβε το προηγούμενο προύστ.

Εχουμε και λέμε λοιπόν.

Το μυαλό λειτουργει με βάση το ''παρελθόν-μέλλον΄΄ ΑΔΥΝΑΤΕΙ να συλλαβει το παρόν.

Εάν ''συλλάβεις'' το παρόν υψώνεσαι πάνω από το παρελθόν και πέρα απο το μέλλον.

Οποιος λοιπον καταφέρνει να ''γραπώσει''το παρόν,''αδιαφορεί'' για το .... μέλλον επειδή ''γνωρίζει'' οτι το μέλλον δεν θα ειναι παρα ενα ''παρόν'', ακριβώς σαν και αυτο που βιωνει μονιμα, δλδ κατα καποιον ουσιαστικο τροπο το μελλον ήδη το βιωνει.

Αντε, πολλα ειπα, κι οποιος καταλαβε καταλαβε. Αμάν.....

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

eulogy


'


για να σταματησεις το Χρόνο κάρφωσε τον δείκτη στο τώρα,

μονάχα έτσι καταργεις το παρελθον κι εκσαφανιζεις το μελλον.



.
.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

.
ο εκλεκτος και ο επιλεκτος

αφου λοιπον θα γραφω λεξεις απο δω και περα μονο για τη σωτηρία σας
ακουστε με
το ιδιο πραμα μπορεις να το πεις διαλεγονας

οι λεξεις να ηχουνε ευηχα
να σχεδιαζουνε ενα ρυθμο
το ιδιο και ατσαλα
ουσία δεν εχει ουτε καν αυτο που λες
οπως στα ονειρα
γιατι οταν μιλας ενα κοματι απο το μυαλο σου πεφτει χαμω
.
.
.

Τρίτη 25 Αυγούστου 2009

..........





.
Θαραπεύτηκα!

Δε μου χρειάζεται πιά να γράφω λέκσις.!

Εύχομε σε όλους και ις ανώτερα!
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.
.

Κυριακή 23 Αυγούστου 2009

.
Ο Νέος Νέρων.

Βλέπω τώρα ένα ελληνικό του εξήντα στην τιβί,
με τον Γκιωνάκη, τον Πάντζα τον Παράβα,
Χρίστο Νέγκα, τον Σειληνό και της μπουτάρες της Ελένης Προκοπίου,
ενώ τ'άλλα κανάλια ισχυρίζονται οτι η Αττική καίγεται.
Άκαφτη γή - οικιστικός ιστός και άλλοι τέτοιοι άθλιοι νεολογισμοί
ήσαν άγνωστοι τότε. Το εξήντα.
Τα κουκουνάρια εκτοξεύονται. Χά! Στα παπάρια μου!
Η Ραμνούντα κάηκε πριν απο χίλια εξακόσα χρόνια.
Εξ άλλου το φαράγγι της Οινόης
που οδηγεί απο το φράγμα προς τον τύμβο
πρόφτασα και το πέρασα απείραχτο πριν απο χρόνια.
Εκεί λοιπόν, στο άνοιγμα του φαραγγιού, στην πεδιάδα. εάν βρεθήείτε συμβουλεύω το μουσείο να επισκευτείτε.
Θα δείτε
σκελετό προ'ι'στορικό νηπίου σε γυάλινη προθήκη.
Εξ άλλου έρχεται γιγαντιαίο ελικόπτερο
απ τη Ρωσσία να τα σβύσει όλα, γιγαντιαίο
και το όνομα αυτού Καμώφ. Χα! στα
παπάρια σου.
Ω ! αυτά τα
εναέρια μέσα, όλη τη μέρα έσκαβα,
χάραζα εσκαμμένα και όταν λούστηκα
τρέξαν μαύρα νερά.
Τώρα, τσιμπολογάω ρόγες σταφυλιού,
οι φίλοι ζούν ακόμα,
έφαγα κι ένα σύκο όριμο
και θα ξαναγεμίσω το κύπελο με κρασί λιαστό.
Για να πώ δε και μια κουβέντα σοβαρή,
όποιος δεν το αντιλαμβάνεται
οτι αυτή τη χώρα την εμπρίζουν
κάθε καλοκαίρι
αυτοί οι λίγοι που την κυβερνούν
είναι αξιομακάριστος
και παράφορα τον ζηλεύω.
.
.

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2009

Περί αισθητικής και θεογονίας.

.
Το άσμα του κυρίου Αμόκ

Κάθε πρωί ο ήλιος
τραγουδάει το θάνατο.
Κάθε βράδι τα βρέφη οργανώνουν
μελλοντικές επιδρομές στο απροσπέλαστο.
Αφρόεσσα και νεαρή
για μιά στιγμή
γίνεται η αιωνιότητα.

Χά! είναι που σε αυτή τη φάση
η βία παίζει αλλού.



USE UNKNOWN

Στο μουσείο της Νέας Υόρκης υπάρχει
αρχαίο αντικείμενο περίεργο μεταλλικό
που κανείς δεν κατόρθωσε να δώσει
ερμηνεία για μία πιθανή χρήση του.

Το βάφτισαν λοιπόν ως Useunknown
και με αυτή την επιγραφή το στεφάνωσαν.


Πού και χειρότερα !

Λέει κανείς
''πέρασαν χρόνια''
και εννοεί
σωρό πράγματα
τί ακριβώς ούτε κι αυτός γνωρίζει.

Απλώς μετράει αριθμούς,
παρατηρεί αργόσυρτες μεταμορφώσεις,
διαπιστώνει πως το αύριο έγινε χτές.

Γιαυτό λοιπόν εγώ δεν το καταλαβαίνω τι θα πεί
όταν ακούω κάποιον να μονολογεί
ότι πέρασαν χρόνια.


Εδώ τα καλά φυρίκια !

Μιλήσαμε για τη ζωή, μιλήσαμε
για τον έρωτα και το θάνατο.

Μιλήσαμε για τους πεινασμένους και την αδικίά,
για τη χαρά, την ηδονή, το θεό και τον πλούτο.

Εδώ που τα λέμε τωρα, μέχρι και για τη σιωπή
μιλήσαμε.

Κατόπιν βγάλαμε το σκασμό
μέχρι νεωτέρας.


'πιτάφιους

- δηλαδή η αγάπη υποκαθιστά την αισθητική?
- την καταργεί.
- δηλαδή το σκατό είναι όμορφο?
- είναι.
- και η μυρωδιά του?
- το υδροκυάνιο δεν το αγγίζουμε, είναι δηλητήριο.
αυτό δεν πα να πεί οτι δε γίνεται και να το αγαπάμε.
- με τί είδους αγάπη να αγαπάμε το δηλητήριο?
- με την αγάπη μέσω της χημείας, των στοιχείων,
της ίδιας της ζωής.
- πώς της ζωής?
- ζωή είναι ότι υπάρχει αλλά και ότι δεν υπάρχει.
ύπαρξη χωρίς την ανυπαρξία δε νοείται.
- και πως γίνεται δηλαδή να αγαπήσεις το θάνατο?
- γίνεται. αποκλείεται να τον αποφύγεις διότι.


Χαρτόσημον τέλος

Παντού υπάρχει ένα τέλος, και σε όλα.
Κοίταξε να φανείς γενναία. Κάνε το τέλος
να φερθεί όμορφα.

Παντού υπάρχει ένα τέλος και σε όλα.
Κοίταξε να φερθείς γενναία. Κάνε το τέλος
να φανεί όμορφα.

Παντού υπάρχει ένα τέλος και σε όλα.
Κοίταξε να φανείς όμορφα. Κάνε το τέλος
να φερθεί γενναία.

Παντού υπάρχει ένα τέλος και σε όλα.
Κοίταξε να φερθείς όμορφα. Κάνε το τέλος
να φανεί γενναία.
.
.
.
.
.







Πέμπτη 20 Αυγούστου 2009

.
Büyük Menderes = Μέγας Μαίανδρος




Λοιπόν καργιόλη, μαλακιζομασταν με τα εγγλέζικα και τα γερμανικά αντις να μάθουμε τα τούρκικα. Έτσι θα ξεραμε πως ο Μπουγιούκας, ο συμμαθητής μας, ήταν Μέγας!



Τωρα και βεβαια εσυ το γνωρίζεις πως η Αντιόχεια ήταν χτισμένη πάνω στον Μαίανδρο Ποταμό, αλλα οι άλλες κουφαλίτσες προφανώς το αγνοούν, ε... ας το μάθουνε λοιπόν!




Διότι όποιου του μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει, έτσι κι ο Μαίανδρος, θα μείνει, όταν τα Νερά θα ξεραθούν, μονάχα σαν το όνομα για ένα σχημα γεωμετρικό, μια διακόσμηση, μια ενασχόληση με το τίποτα.

.

.

.












deep katadeep into the tropical woods of Letonia ...

.
σήμερον αποκτήσαμαν και ακομα έναν αναγνωσταρά στο εμπλόκιόν μας, τον Ιλάριο απο τηΛεττονία! τωρα πως καταφερνει και διαβαζει στα ελλήνικος, μυστήριον... θα μου πεις τωρα, μηπως και να τα ήξερε τα ελληνικά θα καταλάβαινε τίποτα ? χα!



πάντως αν κρινω απο τη φωτο που αναδιμοσίεπσα απο το μπλόκι του πολύ τον πάω τον Ιλάριο, -γιαυτό προφανως λεγεται και Ιλάριος, θα βρισκεται μονιμως σε ιλαρότητα, φως ιλαρόν που λεει και ο παπας - και στην πρωτη ευκαιρία λεω να παω να τον βρω κατα Λεττονια μερια που εσχει και τετοια ωραια τροπικα δαση...

WILLCOMMEN ILARIUS! allen trees kaput!
.

.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2009

η κωνική πραγματικότητα




Συλλ0γιζόμουνα τις τελευταίες μέρες τα περί Αισθητικής.

Απλές ιδέες που τις έχουν κάνει όλοι.

Στο Κάνσας, στη Φολέγανδρο, στο Σουρινάμ.

Νέοι και γέροι, ακόμα και βρέφη.

Ροκάδες, ξυλουργοί, ταχυδακτυλουργοί.

Επιμένω -εδω άνω στιγμή- κai βρέφη.

Και έτσι μου ήρθε ένας Έρωτας.

Ονειρεύτηκα πως τα αγαπάω όλα.

Είδα λέει πως ήμουν αναισθητικός.

Που πα να πεί, ο Άνθρωπος χωρίς την έννοια της Αισθητικής.

Ακουω metal και αγαλιάζω όσο ακριβώς

σαν να κατρακυλάνε

οι κατσαρόλες.











.
.
.
.
.
.
.
.

Τι κρίμα, τι κρίμα, κάναμε και ρίμα ...**

.
.
Έρως μακράς διαρκείας ΙΙ

Τ’ άστρα φωλιάζουν στις Ουράνιες ωοθήκες
- τόσο ντροπαλά –
κρύβονται μέσα στην αιωνιότητα …

Το πιο ηλίθιο που θα μπορούσε κάποιος να σκεφτεί
Είναι να αγαπάει κάποια ενώ εκείνη αδιαφορεί

Κι ο πλέον κόπανος είναι αυτός που επιμένει
Να της χαμογελά ενώ με άλλον ζεί εκείνη ευτυχισμένη

Είναι αυτός που νοιώθει την καρδιά του να κλωτσάει
Ενώ εκείνη αδιάφορα μέσα στο μάρκετ του μιλάει

Και μέσ’ τα μάτια την κοιτά με νόημα μυστικό
Ενώ εκείνη σκύβει να διαλέξει απορρυπαντικό

Αυτός που μαλακίζεται πιστεύοντας πως δεν θ’ αργήσει
Έστω για ένα πεντάλεπτο την κορμάρα της να αγγίξει

Κι ενώ περνά ο καιρός κι αυτός γηράσκει
Η μακροχρόνια αποτυχία του δεν τον διδάσκει

Δεν περνά βράδι που να μην τη σκεφτεί
Και με την οπτασία της να μη χειρογλυφανιστεί

Α! ρε πουτάνα Αφροδίτη, κάνε πριν τα φτύσω
Για μια φορά μόνο να ‘ρθει να τη γαμήσω…

Αλλ’ όχι βιαστική, σκυμμένη πάνω στο τραπέζι
Ούτε στην πολυθρόνα και με τα κουμπιά να παίζει

Παρά σε αφράτο στρώμα παραγεμισμένο
Με όλους τους πόθους μου που χρόνια την προσμένω.



** προκειτα για ένα απο τα περίφημα Καλοκυρέικα -καν Βουδουριακά ? - αποφθέγματα.
,
.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

σοφία Ψειράχ

.
ο μεγαλύτερος αντίπαλός σου ειναι ο εαυτός σου
......Σί Γου Λί
.
.

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2009

Από Μάρτη καλοκαίρι κι από Αύγουστο χειμώνα...

.
Η πρόσκληση απευθύνεται..



..σε ολες τις χαριτόβρυτες επισκεπτριες..



....και τους ερίτιμους επισκέπτας..

.. του ευβλογίου τουτού..


. Θα είμαστε όλοι εκεί!
έχει και παγωτό χωνάκι στην πλατεια του Αγίου Μαρκουπόλο !



Τετάρτη 12 Αυγούστου 2009

.
- επιακα παλαμίδαν με δοντια, μεγίστην, περι τας δυο οκάδας σοι λέγω!
- Σιγα μην έπιακες γάτα με κέρατα!!!

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΒΡΑΔΙ ---γίνε ''το άλλο΄΄ όσο ακόμα ζείς.

.
.
Μαυριτανία

Ω! ερασμία Κοπενχάγη των ορέξεών μου!
Φέρεις το φως σαν πυγολαμπίδα, αερίζεις
τα μυαλά, ω! εσύ ροδαλό παρανάλωμα
βραδιάς καλοκαιριού!
----------------------------------

.
Ντεκλαρασιόντσα Ρουχέ

δηλώνω Ποιητής γιατί βαρυέμαι το γραψίδι.

στο γκρεμό
δεν μιλάς όταν πέφτεις, δε
λες

γαμωτοχριστομουτημπαναγιαμουεσαπεφτωβοηθειαθασκοτωθωφτουγαμωτ

παρα βγάζεις κραυγή μεγαλείου
και ύστερα σκάς.
-------------------------------------

.
Παρασκευή βράδι

Κι όμως
τα βράδια της Παρασκευής
τα βρά
δια της Παρασκευής που
δεν
τα ονειρεύεσαι ποτέ
είναι που αυτά
προετοιμάζουν τα όνειρά σου.
----------------------------------------------

.
το παλτό του πατέρα

Ξενίζω μέσα μου τις μνήμες
σαν το νερο που πίνεις χωρίς να διψάς.

..λίγο ακόμα και θα πέρναγε ο παγωτατζής
χωρίς να τον προσέξoυμε..
..μετρούσαμε τις γαλαρίες που ενώνουν το Βορρά
με Νότο..
.. γλιστάει το καράβι απ' το λιμάνι ..
.. στη γέφυρα που πυξιδομαχεί ο καπετάνιος ..
.. μ΄ένα μικρούλι σύννεφο ..
.. στην κορυφή του όρους ..

------------------------------------------

,
,

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

.






.
Λυβική καρβέλα.

................................ στον Π.Θ.'68

1.
Υπάρχουν μετρήσιμα πράγματα και μή. Μή μετρήσιμο είναι η ζωή. Όμως γιατί να είναι η ζωή πράγμα? Γνωρίζω έναν που κατάφερε τη ζωή να την απομονώσει μέσα σε ένα πιθάρι. Όταν το άνοιξαν δεν είχε τίποτα.

2
Δεν μετριέται η ζωή ούτε με μέτρο, ούτε με τον χρόνο, ούτε κάν με την αίσθηση που σου αφήνει. Μπορεί μόνο να μετρηθεί με τον θάνατο. Γιαυτό λέμε εκσάλλου πως η ζωή είναι μικρή κι ο θάνατος η αιωνιότητα.

3.
Και αν η αίσθηση που δεν διαρκεί είναι ψευδαίσθηση, τότε μπορείς να μεταφέρεις την αίσθηση της αιωνιότητας μέσα στην ψευδαίσθηση της ζωής. Όπως ακριβώς γίνεσαι καλλιγράφος για να μπορείς να διαβάζεις τα ίδια σου τα γράμματα.

4.
Η επιβεβαιωση γίνεται μέσα απο το μονοπάτι της αντικατάστασης του μυαλού. Το μυαλό σου είναι αναλώσιμο. Αντικαθίσταται. Όπως ο νεφρός. Άρα και λειτουργεί χωρίς να σου οφείλει τίποτα.

5.
Τότε εγκαθιστάς το δικό σου μυαλό, αυτό που κατασκεύασες εσύ για τον εαυτό σου. Και η ψευδαίσθηση καταυγάζει ως η αιώνιος αλήθεια.

6.
Γνωρίζω και έναν που κατάφερε να παγώσει τη σκέψη του. 'Εζησε τρεις χιλιάδες χρόνια. Όταν τις έβγαλε να τις 'λιάσει έλυωσαν και αυτός εξαφανίστηκε πάραυτα.

7.
Η σκέψη είναι ο Σκαραβαίος ανάποδος. Όσο λειτουργεί, η αναπνοή σου παύει να σου ανήκει. Χωρίς αυτήν, ενσωματώνεσαι την αιωνιότητα.

8.
Ο θεός δέν Διμηουργεί. Η Διμηουργία διαφθείρει. Η φθορά του Θείου είναι αναπόδραστη. Χρησίμευσέ την ως όχημα.

9.
Αυτός που ξέχασε πριν να γνωρίσει.
Που πέθανε πριν γεννηθεί.
Καταβρόχθισέ τον.
Φάτον ζωντανόν.
.
.

Πέμπτη 6 Αυγούστου 2009

laike parimie

.



και ιδου το κατωθεν σχεδιον εκ των πλαγίων θεασάμενον ίνα κατανοήσει η
ανωνυμη 3 τας παραλλαγας της προοπτικης και της μεγεθοποιήσεως εις τας
καλας τεχνας.


.
τον Αράπη κι αν τον πλένεις
το σαπουνι σου χαλάς...........

.


.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

.

,
αναμνήσεις από το υπερπέραν

πέρασε
η μισή μπρός απ' τα κλήματα
και το κορμί
πίσω απ' το τείχος

φωνές κυκλώνουν
παιδιών που αγαπούν
τις γάτες

μαστρωπός του ονείρου
ο ύπνος
μαστιγώνει τα φρένα
με φως

συναυλία των σκύλων
της νύχτας

stop!
.
.




.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Να to be ή να μην to be? Ιδού η απορία...



LONDON: Having sex without using condom is good for mental health, says a new study.

Stuart Brody, of the West of Scotland University, Paisley, and his colleagues found that unprotected heterosexual sex can significantly boost men and women’s mental wellbeing. On the other hand, heterosexual sex with a condom is linked to poorer mental health, the study showed. According to Brody, mankind is biologically wired to enjoy unprote


Condom-free sex good for mind:
StudyANI 4 August 2009, 12:19am IST


cted sex as it gives couples an evolutionary advantage and raises the chances of reproducing. “Evolution is not politically correct, so of the broad range of potential sexual behaviour, there is actually only one consistently linked with better physical and mental health and that is the one behaviour that would be favoured by evolution,” he said. The researchers studied the sexual behaviour of 99 women and 111 men in Portugal. Brody concluded that condom use was linked to members of the sample who exhibited problems dealing with stress. He found that those who had unprotected sex were able to deal with stress in a more mature way. They also had better mental health. However, sexual health campaigners have attacked the findings, warning that unsafe sex leads to unwanted pregnancies and diseases.

...ελα να πάμε στο νησί, η βάρκα μου εγω και σύ...



...




πλατς και πλούτς τα κουπια μεσ' το κύμα.... η αγαπη μας θα πάει όλο πρίμα...




........................................
.............................................
ΛΕΩΛΟΙΠΟΝΟΤΙΟΚΑΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣΕΧΕΙΜΕΣΑΤΟΥΠΟΛΛΕΣΦΩΝΕΣΚΑΙΟΤΙΗΚΑΘΕΜΙΑΠΡΕΠΕΙΝΑΑΚΟΥΣΤΕΙΑΥΤΟΕΙΝΑΙΠΟΛΥΔΥΣΚΟΛΟΑΛΛΑΟΧΙΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟΑΡΚΕΙΝΑΚΑΤΑΦΕΡΕΙΝΑΑΚΟΥΓΟΝΤΑΙΟΠΩΣΣΕΧΟΡΩΔΙΑΔΗΛΑΔΗΟΛΕΣΣΑΝΜΙΑΦΩΝΗΑΥΤΗΜΑΛΙΣΤΑΗΦΩΝΗΘΑΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕΝΑΠΟΥΜΕΕΑΝΥΠΗΡΧΕΘΕΟΣΟΤΙΕΙΝΑΙΚΑΙΗΦΩΝΗΤΟΥΘΕΟΥ

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2009

.

Τά Εμασά και τα Σάεμα.


-Μετακομίζοντας προχτές έπρεπε να μεταφέρω και το βωμό του Διόνυσου.
.
-Από καιρό μελετουσα το χώρο. Έπρεπε να κοιτάζει στην Ανατολή. Γύρω του να μεταφυτέψω τον κισσό του, απο τον αρχαιο του ναό , στον Διόνυσο της Πεντέλης. Από εκει τον εχω πάρει, πριν χρόνια. Ο ναος ηταν ανυπαρκτα ερείπια, και ξεφραγος, ειχα προφτασει μονο ενα τεραστιο μαρμάρινο βωμό, δύο χρονια μετα τον εσπασαν και αυτον φανατισμένοι Κριστιανούτσι. Νομιζω το 1997-98. Μα τόόόόσο καραγκιόζηδες πια αυτοί οι μαλακες οι οπαδοι του Ναζωραίου!...

- Τέλος να ειναι ήρεμο το σημειο και θεαματικό.

-Κουβαληθήκαμε μαζί προχτές. Κοιμήθηκα για πρωτη βραδιά στο νέο μέρος και την επαύριο, δηλαδή σήμερα, βρέθηκε η θέση του.

- Η πλάκα είναι ότι μόλις στάθηκα μπροστά του διαπίστωσα πως πέφτει στην ίδια ευθεία με την εκκλησιά του χωριού, πίσω, στο λοφάκι.

- Έτσι κάθε φορά που θα θυσιάζω στον θεό Διόνυσο, θα βλέπω πίσω του ακριβώς, στο βάθος, και τον άγιο Νικήτα.
.

.
.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2009

.
..
. ..εδώ φαίνεται καλά ο Μουσελάνος, συνοικισμός παραλιακός, επί βραχίονιος της Γής καθισμένος, με την στερεά διά μονεμβασίας συνδεόμενος και από την θάλασσα περιφρουρούμενος. Λιμένας δε και έχων αμφοτέρους δύο, τον μεν Βασιλικόν αποκαλούν, τον δε Γέροντα.


.
.

Παρασκευή 24 Ιουλίου 2009

αυτο προσωπο γραφικόν

'
όταν θα ζωγραφίζεις μόνος σου τον εαυτό σου
να προσέχεις
τα χρώματα να μην έχουν μεγάλη λάμψη
οι γραμμές
να μην είναι περσότερο ξεκάθαρες
απο όσο δείχνουν
προέχει
αυτό που σε απασχολεί στο βάθος
της ζωγραφιάς να υπάρχει
στο πολύ βάθος
τόσο
που μέσ' το κάδρο της να μην
βλέπεις τίποτα
ειδ' άλλως αυτό θα σημαίνει
πως έχεις λύσει ολα τα προβλήματα
και όσοι γνωρίζουν την απάντηση
δεν καθονται ποτέ να γράψουν
ούτε ζωγραφίζουν





γιατί
όλα
είναι
τόσο όμορφα σήμερα..
σαν την ημέρα
που θα πεθάνω
όπου
όλα
θα
είναι
τόσον όμορφα..

.

.

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2009

τα μάλλα νίαν.




Ο Ελληνολάτρης Πάπας

Ο Πάπας Λέων Ι΄ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους ελληνολάτρες Πάπες. Συγκεκριμένα επί εποχής του ο Ιανός Λάσκαρης, ο κυριότερος και σπουδαιότερος εκπρόσωπος της Βυζαντινής λογιοσύνης την εποχή εκείνη και ένα από τα λαμπρότερα πνεύματα της Ιταλικής Αναγέννησης κατόρθωσε υπό την εύνοια του Πάπα Λέοντος Ι΄ την ίδρυση του ιστορικού Ελληνικού Γυμνασίου στη Ρώμη το 1513 το οποίο και τέθηκε υπό την αιγίδα του Πάπα.Το Γυμνάσιο αυτό λειτούργησε στον Κυρίνο λόφο στο οποίο φοιτούσαν αριστούχοι βυζαντινοί, Έλληνες και Ιταλοί, και το οποίο ήταν στελεχωμένο με Έλληνες δασκάλους με προεξάρχοντα τον Ζαχαρία Καλλιέργη και αργότερα με τον Αρσένιο Αποστόλη.
Εκτός αυτού ο συγκεκριμένος Πάπας προκειμένου να προωθήσει τα ελληνικά γράμματα στη Ρώμη κάλεσε τον Ιταλό μαικήνα της εποχής Κορνέλιο Μπενιγκνί να βοηθήσει οικονομικά τον Έλληνα Διευθυντή Καλλιέργη να φτιάξει τυπογραφείο έτσι ώστε να εδραιωθεί ή
ελληνική τυπογραφία στη Ρώμη. Το όραμα αυτό του Πάπα και του Καλλιέργη έγινε τελικά πραγματικότητα και το 1515 τυπώνεται το πρώτο ελληνικό έντυπο βιβλίο στην ελληνική γλώσσα με παπικό προνόμιο αποκλειστικότητας που αποτελούσε και την πρώτη έκδοση των "Ωδών του Πινδάρου".Τότε ακολούθησε και ο Ιανός Λάσκαρης και προσχωρώντας στη Παπική υποστήριξη εξέδωσε μία σειρά βιβλίων περισσότερο εκπαιδευτικών όπως "Σχόλια εις την Ομήρου Ιλιάδα" (1517), "Ομηρικά ζητήματα του Πορφυρίου" (1518), και "Σχόλια στις Τραγωδίες του Σοφοκλέους" (1518).
Δυστυχώς όμως μετά τον θάνατο του Πάπα, το
1521, όχι μόνο διακόπηκε κάθε δραστηριότητα περί ελληνικού εντύπου, αλλά και το Ελληνικό Γυμνάσιο διέκοψε τη λειτουργία του και ο Καλλιέργης τελικά εξαφανίζεται. Τότε οι Έλληνες λόγιοι στράφηκαν προς τη Βενετία η οποία και ανέλαβε την πρωτοκαθεδρία στη διάδοση των εντύπων ελληνικών γραμμάτων στη Δύση.



Μάρκος Μουσούρος


Ο Μάρκος Μουσούρος ατο βιβλίο Elogia Virorum literis illustrium του 1577.
Ο Μάρκος Μουσούρος (
1470-1517) ήταν κορυφαίος φιλόλογος της Αναγέννησης από το Ρέθυμνο, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα (1503-1509). Στον πρόλογο της έκδοσης των «Απάντων» του Πλάτωνα (1513) προτάσσει αφιέρωση στον πάπα Λέοντα Ι', και τον προτρέπει να αναλάβει σταυροφορία για την απελευθέρωση των Ελλήνων.
.
.
.
.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

.
..όστις επρόλαβε τον κυρ Ίων είδε, και οίδε και ιδέ.



Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

....μωρό μου...

.
προφανές το ανόητον των ακροάσεων.

άν ήθελα να γράψω ένα ποίμα
θα milousse
για όλα όσα έμαθες χωρίς nataδis
Θαμιλούσαι
για κάποιες θάλασσες miasallisγis
.
.

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009


Ενδιαμέσως και διαγωνίως των ονομαστών αγωνιστών της κλεφτουριάς θέσιν καταλαμβάνει περιώνυμον πλην αφανήν ο ήρως Κλεων Μπάβαρος. Εσυναντήθημεν τυχαίως και καταφανώς την επαύριον του φαλαινοθηρικού ολοκαυτώματος, με την οσμήν του κακαυμένου στέατος πλανωμένην έτι στον ακύμαντον αιθέρα, ηλιολάμπρως των τεκνίων ασπαιρόντων έξωθεν αγρών και λειμώνων, εσυναντήθημεν εις το κέντρον ακριβώς της κεντρικής πλατείας του Μεσολογγίου, ενώ πορεία δικηγόρων εδιέκοπτε προσωρινώς την εν αφασία φάσκουσα μεσημβρινήν κυκλοφορίαν πεζών και ποδηλατούντων



.

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Δείξε μου το φύλο σου, να σε πω ποιός είσαι!

Πέρσι ο φίλος μου ο Γκετζ εξέθεσε τους πίνακες του στο Τορίνο -παραπλευρως της Αγίας Σινδόνης - μαζί με Ντεκίρικο και άλλες σούπερ-βούπερ φίρμες, εφέτος τον φωνάξαν οι 'Ταλιάνοι στη Μπιεναλε της Κεσετριστεβενίς !!!

Εγω μονάχα ένα έχω να καταμαρτυρήσω και τουτο επειδής ως φίλοι κωλοσκεβρακοί εβίωσα εκ του συν εγγύς την ζωγραφώδην πορείαν του εξ απαρχής, εξ απο τότε που ως ολοι οι μυστήριοι ζωγραφοι ξεκιναν σε φτωχομπινεδοδώματα-ατελιέ και αγωνίζονται να πουλήσουν για το γάλα του παιδιού τους, και αυτό που εχω να πω ειναι πως ειναι μάνκας, διότι στας Μπιενάλες υπάγει χωρις να εχει ουδεπόποτε γλύψει ουτε καν εναν απο τους γλοιώδεις αυτούς αγκιστατωρηγήτωρες του χωρου της μαηντ ιν γκρής τέχνης, ου μην αλλά και τους εξέχεζεν δημοσίως σε καθε ευκαιρίαν!
Άβε! Άβε! Αβε!
Και στην Ιαπωνίαν!















Ως τωρα φίλτατες Γουφεπισκέπτριες και φίλοι μου Γουφαναγνωσταράδες εγνωρίζατε πως εχω εναν κωλοσκεβρακώς φίλον και ποιητήν τρισμέγιστον, τον κυρ Πάνο, ε, τώρα σας εγνωρισα και τον δεύτερον, τον δάσκαλο Γκέτζ.

ποιός είμαι το λοιπόν και τελοσπάνων?

περισσοτερα για τον δάσκαλο στο μπλοκ του
http://anteportass.blogspot.com/2009_07_11_archive.html







.

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2009


.
Αιγνωσταίπα Ρημίαι.

Τα πρωινά με αρέσει να καταβαίνω στον αιγιαλό και να πιάκνω πσάρες τας οποίας εν συνεχεία τας κσελεπιάζω, τας πσένω και τας τρωγω.

Ετσι και χτες ολίγον προ της ημερησίας ανατολής του ηλίου εκατεβαινα τον κατηφορον προς τον ορμίσκον τον επονομαζόμενον Βρουλέα ή Βουρλέα, εις τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω είχον αποβιβασθεί και αι Γαλλικαί δυναμεις αιτινες ειχον και καταλαβει την νησον ταυτην περι τα μεσα του προ-προηγουμένου αιόνος..

Γιανάμαι ληκρινής δεν είχον προγραματίσει πσαρικήν την ημέραν ταύτην πλην όμως και περι την ώραν του Αυγερινού Αστέρος ησθάνθην σφόδρα την επιθυμίαν, έτι κοιμόμενος, προς κατούρημα καθότι αποβραδίς είχον καταφάγει εναν Κάρπουζον, οπότε εγερθής εξέβγων εις την αυλήν και κατουρών παρατηρούσα το στερέωμα διακρίνας αφενός προς δυσμάς την καταύγασιν εκ της Πανσελήνου προς δε την ανατολήν υποβόσκουσαν υποψίαν της επερχομένης Αυγούλας, οπότε και εσκέφθην, ''δέ γαμείς που δε γαμείς, δέν πας για πσάρεμα?''

Και πριν προφθάσω τρίς να αναρωτηθώ ελάλησεν και ο Αλέκτωρ απο το κοτέτσι της θείας Ιωάννας συγκατανεύων θετικώς εις το Γούφειον δίλλημα, οπότε εμαζεπσα τα συμπράγκαλα μου και κίνησα.



'Υψωθεν εκ των λόφων κατερχόμενος διεύγασα το πέλαγος μέχρι της Κρήτης Νήσου αριτίδωτον ως η επιδερμίς ροδαλού πωπού νεογνού εις διαφήμισιν των πάμπερς και εχάρην ότι ο Ποσειδών συγκατένευσε να αφαιρέσω εκ του υγρού βασιλείου του μερικάς πσάρας δίδων μπονάτσαν φοβερήν. Εζύβησα τούς φανούς της Ρούσσας μου αμάξης ότι και έχων ψιλοφέκσει πλέον η Ηώ ή όπως άλλως ονομάζεται η ροδοδάκτυλος Θεά του πρωινού η κακοτράχαλος αγροτική οδός διεκρίνετο πλέον καλώς καθ όλας τας ανομαλίας της και μετ ολίγον γονυκλινής επι της προχειροξυλίνης σκάλας εφήλκων τον κάβον της Σαύρας, και επιβιβάσθην εντός. Εξερχόμενος δε του ορμίσκου, και τους υποφωτιζόμενους εγκρεμούς έχων εξ ευωνύμων το δε καθαγλα΄ι΄ζόμενον μακροπέλαγος εκ δεξιών πάλιν εμελαγχόλησα ως συνηθίζω κατα την πορείαν ταυτην αναλογιζόμενος πως θα τα καταφέρω να τα γράψω όλα αυτά τα όμορφα στα παπάρια μου.

Να μην πολυλογούμε και τα θαλασσώσουμε όμως, από τας έξι μέχρι τις επτά ανέβασα πέντε φανκρόπουλα μισόκιλα και τέσερες γόπες, ομούτρία οψάρια επονομαζόμενα σκαρμός δια την γαλήν την ονομαζομένη Νταγιάν καθότι γραία και μονόφθαλμος, τέλος και έναν σπάρον τον οποίον και επέστρεπσα ζώντα εις την θάλασσαν να παει στην κυριαν καβουρίναν και να μη θυμώσει και ο Ποσειδων ότι το παραξύλωσα.

Θα κάθομαν λίγο ακόμα, καθότι ήπρεπε να βγάλω άλλας δύο μερίδας αλλά ήρθαν οι δελφιναράδες.. Εκολυμπάγαν γύρωθεν και εβούταγαν φλάπ=φλούπ τρόγοντας τας γόπας, οπότε ετρωμάξαν τα οψάρια, έπαφσαν και οι τζίμποι και επέστρεπσα να αράκσω.

Εκάθησα λοιπόν παραθίναλος απάνω στον κουβά και τα καθάριζα ενδοθαλασσίως, πλην όμως ενα μώφυγεν, εγλύστρισεν και διά της υδροδυναμικής την οποίαν διαθέτει πεφυκέναι αν και νεκρόν και ψόφιο επικάθυσεν δύο μέτρα πιο βαθυκά στον αμμώδη θαλασσόπατο.
Εισέβην να το χαρακώσω αλλα ητο ολίγον βαθειά και εσυμάζεπσα το σώβρακο οπου φωρούσα κατα πάνω, κωλογύροθεν, ίνα μη βραχεί. Και μεν το πσάριον το ήβγαλα ποδοκλωτζηδόν στα ρηχόνερα και το γράπωσα αλλα το σώβρακον δεν την εγλυτωσεν και ο κώλος μου εβράχη.

Με εβρεγμένον λοιπόν κώλον και ενόπιον των οψαρίων που θα έτρωγα ενθυμήθην την σχετικήν παροιμία που λέγει ''Μάνα! είναι μόνο μία..'' Και ως άλλος Μπόμπος τα συμάζεπσα και τράβηκσα κατα το οσπίτιον μου να τα αρτέπσω, να τα πσήσω το μεσμέρι, να λαδώσει τάντερο μ'.
.
.

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2009

.
Ο Μερακλής εξαφανίστηκε.

Το έμαθα χτές, με τρείς βδομάδες καθυστέρηση. Τι καθυστέρηση δηλαδή…. Ο Θάνατος ποτέ του δεν καθυστερεί και ο κάθε ένας πεθαίνει πάντοτε στην ώρα του, και άπαξ και πεθάνει, η ένοια της καθυστέρησης ισχύει μόνο για τους ζωντανούς. Τι καθυστέρηση λοιπόν. Μήπως κι αν δεν το μαθαινα ποτέ θα άλλαζε τίποτα?

Κι έτσι τελείωσε τη ζωή του ένα blog ξεχωριστό. Ένα blog ενωμένο ουσιαστικά με τη Φύση. Το ένοιωθες αυτό στις μερακλήδικες φωτογραφίες του και στα απλά του κείμενα. Το διάβαζες, και νόμιζες ότι θα αρχίσεις να αγαπάς ξανά, σαν αμπορίτζιναλ όμως και όχι σαν μεταποιημένος οικολογοστουκώλου, να αγαπάς τα δέντρα, τα γκαλντερίμια των αγρών, τα μοναχικά λουλούδια, τα άγρια των βουνών…..

Πίσω από την αγάπη για τη Φύση που ανάβρυζε από το blog αυτό, έβλεπα να υπάρχει ο Έρωτας, ο Έρωτας για αυτό που ονομάζουμε Ζωή, αλλά σε όλες, στις άπειρες, εκφάνσεις του. Είτε μια καλαμιά κοιτάζεις που την λυγίζει ο άνεμος και την ακούς να του ψιθυρίζει πως ο βασιλιάς έχει γα΄ι΄δουρινά αυτιά, είτε έναν αφέντη μέρμυγκα να τραβολομαχάει έναν κόκκο σταριού ενώ στον ουρανό χαμογελόντας το παιδί μία φέτα ψωμί μασουλάει, είτε τη γλύκα μίας μελισσοκερίθρας γεύεσαι και τους στρατούς, συντεταγμένους κατά μυριάδες, να διασχίζουνε τα Κίτρινα Ποτάμια βλέπεις.

Όμως, όπως συνήθως συμβαίνει, αν η μισή μου καρδιά μεθά από τον Έρωτα για τη Ζωή, η άλλη μισή, στα καβούρια βρίσκεται. Που καβουρότρυπες γεμίζουν με τη δόλια παλίρροια, και πάλι με την άμπωτη, στην άμμο σεργιανούν. Γιατί, γιατί, γιατί, γιατί, διότι, ο Πανικός με πιάνει, μπροστά σ' αυτή την απέραντη Ελευθερία που ο Έρωτας για τη Ζωή μου την χαρίζει να σερφάρω επάνω της. Και τοτε με τα νυχοπόδαρα γαντζώνομαι στην ανθρώπινη μικρότητά μου και απαρνιέμαι την ανθρώπινη μεγαλειότητα που διαθέτω, και τον σμικρίνω αυτόν τον πανδωροδότη Έρωτα για τη Ζωή στο ελάχιστο, τον προσαρμόζω στα μέτρα ή μίας ιδεοληψίας ανόητης, ή ενός στόχου άχρηστου ή ενός εραστή ή μίας Νεφερτίτης, μιας funτασίωσης τέλος πάντων, και έτσι τα γαμάω όλα.

Ενώ ταυτόχρονα όλοι εμείς οι υπόλοιποι, με κουφό τον νού από τις αδυναμίες μας – τυφλά τα ώτα από τις εσώτερες παραμυθίες μας – και όμματα μουγκά στου αλλουνού τα πάθη, τον ναυαγό που σεμνύεται να φωνάξει ‘’βοήθεια’’ και μόνο ψελίζει ‘’βό-βό-βό-βό-βό….’’ αυτάρεσκα προσπερνάμε λέγοντας ‘’μα τι περίεργο τραγούδι Άδη αυτός, βο-βο-βο-βο… πολύ πρωτότυπο!’’

Εν πασει περιπτώσει, αυτοί είμαστε και κανείς δεν πεθαίνει πριν την ώρα του και το πεπρωμένον φυγείν, αδύνατον. Σε λίγο θα ανάψει και η δική μου η πυρά. Ας τα έχω λοιπόν κατά νου τα προηγούμενα ώστε τουλάχιστον από δω και πέρα να ξετυφλωθώ.

ΓΕΙΑ ΣΟΥ ρε φίλε, θα μου λείψεις…

Γειά!

Γειά………………………..


Επίλογος

Σύμφωνα λοιπόν με έγκυρες πληροφορίες
φέτος δεν θα αναστηθεί.

Μοιραία λοιπόν μένουμε
στη μεγάλη παρασκευή.
Και ιδιαίτερα στο χωρίον που λέει.

“περίλυπος η ψυχή μου έως θανάτου”

υγεία................


Γιάννη-γιάννη και αγιάνη.

Όταν μπλοκερικά με γνώρισες-σε γνώρισα ήμουνα ένας πολύ δηθεν μια χαρά άνθρωπος.Περπατούσα στο δάσος βγάζοντας φωτό για τα μπλοκια και τραγουδούσα το άσμα της κοκκινοσκουφίτσας >περπατώ στο δάσος δάσος όταν ο λύκος δεν είναι εδώ Μεχρι που κατάλαβα πως ο λύκος -ο κακός – είμαι εγώ και πως θα έτρωγα τον εαυτό μου (κοκκινοσκουφίτσα).Το κατάλαβα απ'όταν έτρωγα τα σωθηκά μου.Τώρα άνευ σωθηκών προσπαθώ και τον λύκο να χορτάσω, και την κοκκινοσκουφίτσα να σώσω.Τι λες εσύ που και σοφός είσαι και μπλοκοφίλος.ΓΙΝΕΤΑΙ???χαιρετώ-υγείενε.

13 Μάρτιος 2009


Και η απαντηση του τυφλού καθικιού που λεγεται Γουφας ηταν..


ο κινεζος ειπε:
η μεγαλύτερη δυστυχία,
όταν δεν μπορεις να την αποφύγεις,
ειναι η μεγαλύτερη ευτυχία.

Γουφοτσιν Τσον



Kάπιος δε άλλος έξυπνος απαντησε στο ως εξης
...
Αγαπητέ ,πραγματικά, βίωσα το δράμα σου.ΆΚου τώρα τι θα κάνεις.Πρώτα θα μετανοήσεις για το παρελθόν σου. Ύστερα θα τραγουδήσεις το άσμα ..θα κλάψω πικρά μα θα ξεχάσω..Τέλος, προσοχή, οφείλεις να το άδεις συνέχεια, όλο το 24ωρο, μέχρις εξαντλήσεως, εν μέσω κλαυθμών και ολολυγμών εννοείται.Κάποτε, ένας θα σου ρωτήσει ..μα γιατί κλαίτε και οδύρεστε κύριε;..Αυτή είναι κρίσιμη στιγμή και να ασχοληθείς ιδιαιτέρως και να μην την παραμελήσεις.Αμέσως λοιπόν θα αντιδράσεις και θα αρχίσεις να καγχάζεις ασταμάτητα όλο το 24ωροΚάποτε ένας θα σου ρωτήσεις.. μα γιατί καγχάζετε κύριε;...Να προσέξεις τώρα, διότι πρόκειται για κρίσιμη και ευαίσθητη στιγμή, διότι αμέσως μετά θα πρέπει να τον αιφνιδιάσεις με την ατάκα ...κι εσύ γιατί δεν καγχάζεις;;;Κάνε ότι σου είπα και θα δεις το φως το αληθινό παιδί μουο αλτρουϊστής
----------------------------------------------------------------------------------------
----------------------------------------------------------------------------------------

Ακολουθώ την συμβουλή σου φίλε γιατρέ μου.
Τραγουδώ το άσμα και σκούζω.
Σκούζω τόσο που αναστατώθηκαν τα γατιά της γειτονιάς και σκούζουν μαζί μου.
Κάποιες διαμαρτυρίες από τους περίοικους τις προσπερνάμε.
Γίνεται για θεραπευτικούς λόγους.
Συνεχίζω ακάθεκτος τη θεραπεία.
Για ότι νεότερο θα σε ενημερώσω.



.
.