
.
Αιγνωσταίπα Ρημίαι.
Τα πρωινά με αρέσει να καταβαίνω στον αιγιαλό και να πιάκνω πσάρες τας οποίας εν συνεχεία τας κσελεπιάζω, τας πσένω και τας τρωγω.
Ετσι και χτες ολίγον προ της ημερησίας ανατολής του ηλίου εκατεβαινα τον κατηφορον προς τον ορμίσκον τον επονομαζόμενον Βρουλέα ή Βουρλέα, εις τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω είχον αποβιβασθεί και αι Γαλλικαί δυναμεις αιτινες ειχον και καταλαβει την νησον ταυτην περι τα μεσα του προ-προηγουμένου αιόνος..
Γιανάμαι ληκρινής δεν είχον προγραματίσει πσαρικήν την ημέραν ταύτην πλην όμως και περι την ώραν του Αυγερινού Αστέρος ησθάνθην σφόδρα την επιθυμίαν, έτι κοιμόμενος, προς κατούρημα καθότι αποβραδίς είχον καταφάγει εναν Κάρπουζον, οπότε εγερθής εξέβγων εις την αυλήν και κατουρών παρατηρούσα το στερέωμα διακρίνας αφενός προς δυσμάς την καταύγασιν εκ της Πανσελήνου προς δε την ανατολήν υποβόσκουσαν υποψίαν της επερχομένης Αυγούλας, οπότε και εσκέφθην, ''δέ γαμείς που δε γαμείς, δέν πας για πσάρεμα?''
Και πριν προφθάσω τρίς να αναρωτηθώ ελάλησεν και ο Αλέκτωρ απο το κοτέτσι της θείας Ιωάννας συγκατανεύων θετικώς εις το Γούφειον δίλλημα, οπότε εμαζεπσα τα συμπράγκαλα μου και κίνησα.
'Υψωθεν εκ των λόφων κατερχόμενος διεύγασα το πέλαγος μέχρι της Κρήτης Νήσου αριτίδωτον ως η επιδερμίς ροδαλού πωπού νεογνού εις διαφήμισιν των πάμπερς και εχάρην ότι ο Ποσειδών συγκατένευσε να αφαιρέσω εκ του υγρού βασιλείου του μερικάς πσάρας δίδων μπονάτσαν φοβερήν. Εζύβησα τούς φανούς της Ρούσσας μου αμάξης ότι και έχων ψιλοφέκσει πλέον η Ηώ ή όπως άλλως ονομάζεται η ροδοδάκτυλος Θεά του πρωινού η κακοτράχαλος αγροτική οδός διεκρίνετο πλέον καλώς καθ όλας τας ανομαλίας της και μετ ολίγον γονυκλινής επι της προχειροξυλίνης σκάλας εφήλκων τον κάβον της Σαύρας, και επιβιβάσθην εντός. Εξερχόμενος δε του ορμίσκου, και τους υποφωτιζόμενους εγκρεμούς έχων εξ ευωνύμων το δε καθαγλα΄ι΄ζόμενον μακροπέλαγος εκ δεξιών πάλιν εμελαγχόλησα ως συνηθίζω κατα την πορείαν ταυτην αναλογιζόμενος πως θα τα καταφέρω να τα γράψω όλα αυτά τα όμορφα στα παπάρια μου.
Να μην πολυλογούμε και τα θαλασσώσουμε όμως, από τας έξι μέχρι τις επτά ανέβασα πέντε φανκρόπουλα μισόκιλα και τέσερες γόπες, ομούτρία οψάρια επονομαζόμενα σκαρμός δια την γαλήν την ονομαζομένη Νταγιάν καθότι γραία και μονόφθαλμος, τέλος και έναν σπάρον τον οποίον και επέστρεπσα ζώντα εις την θάλασσαν να παει στην κυριαν καβουρίναν και να μη θυμώσει και ο Ποσειδων ότι το παραξύλωσα.
Θα κάθομαν λίγο ακόμα, καθότι ήπρεπε να βγάλω άλλας δύο μερίδας αλλά ήρθαν οι δελφιναράδες.. Εκολυμπάγαν γύρωθεν και εβούταγαν φλάπ=φλούπ τρόγοντας τας γόπας, οπότε ετρωμάξαν τα οψάρια, έπαφσαν και οι τζίμποι και επέστρεπσα να αράκσω.
Εκάθησα λοιπόν παραθίναλος απάνω στον κουβά και τα καθάριζα ενδοθαλασσίως, πλην όμως ενα μώφυγεν, εγλύστρισεν και διά της υδροδυναμικής την οποίαν διαθέτει πεφυκέναι αν και νεκρόν και ψόφιο επικάθυσεν δύο μέτρα πιο βαθυκά στον αμμώδη θαλασσόπατο.
Εισέβην να το χαρακώσω αλλα ητο ολίγον βαθειά και εσυμάζεπσα το σώβρακο οπου φωρούσα κατα πάνω, κωλογύροθεν, ίνα μη βραχεί. Και μεν το πσάριον το ήβγαλα ποδοκλωτζηδόν στα ρηχόνερα και το γράπωσα αλλα το σώβρακον δεν την εγλυτωσεν και ο κώλος μου εβράχη.
Με εβρεγμένον λοιπόν κώλον και ενόπιον των οψαρίων που θα έτρωγα ενθυμήθην την σχετικήν παροιμία που λέγει ''Μάνα! είναι μόνο μία..'' Και ως άλλος Μπόμπος τα συμάζεπσα και τράβηκσα κατα το οσπίτιον μου να τα αρτέπσω, να τα πσήσω το μεσμέρι, να λαδώσει τάντερο μ'.
.
.
Αιγνωσταίπα Ρημίαι.
Τα πρωινά με αρέσει να καταβαίνω στον αιγιαλό και να πιάκνω πσάρες τας οποίας εν συνεχεία τας κσελεπιάζω, τας πσένω και τας τρωγω.
Ετσι και χτες ολίγον προ της ημερησίας ανατολής του ηλίου εκατεβαινα τον κατηφορον προς τον ορμίσκον τον επονομαζόμενον Βρουλέα ή Βουρλέα, εις τον οποίον ειρήσθω εν παρόδω είχον αποβιβασθεί και αι Γαλλικαί δυναμεις αιτινες ειχον και καταλαβει την νησον ταυτην περι τα μεσα του προ-προηγουμένου αιόνος..
Γιανάμαι ληκρινής δεν είχον προγραματίσει πσαρικήν την ημέραν ταύτην πλην όμως και περι την ώραν του Αυγερινού Αστέρος ησθάνθην σφόδρα την επιθυμίαν, έτι κοιμόμενος, προς κατούρημα καθότι αποβραδίς είχον καταφάγει εναν Κάρπουζον, οπότε εγερθής εξέβγων εις την αυλήν και κατουρών παρατηρούσα το στερέωμα διακρίνας αφενός προς δυσμάς την καταύγασιν εκ της Πανσελήνου προς δε την ανατολήν υποβόσκουσαν υποψίαν της επερχομένης Αυγούλας, οπότε και εσκέφθην, ''δέ γαμείς που δε γαμείς, δέν πας για πσάρεμα?''
Και πριν προφθάσω τρίς να αναρωτηθώ ελάλησεν και ο Αλέκτωρ απο το κοτέτσι της θείας Ιωάννας συγκατανεύων θετικώς εις το Γούφειον δίλλημα, οπότε εμαζεπσα τα συμπράγκαλα μου και κίνησα.
'Υψωθεν εκ των λόφων κατερχόμενος διεύγασα το πέλαγος μέχρι της Κρήτης Νήσου αριτίδωτον ως η επιδερμίς ροδαλού πωπού νεογνού εις διαφήμισιν των πάμπερς και εχάρην ότι ο Ποσειδών συγκατένευσε να αφαιρέσω εκ του υγρού βασιλείου του μερικάς πσάρας δίδων μπονάτσαν φοβερήν. Εζύβησα τούς φανούς της Ρούσσας μου αμάξης ότι και έχων ψιλοφέκσει πλέον η Ηώ ή όπως άλλως ονομάζεται η ροδοδάκτυλος Θεά του πρωινού η κακοτράχαλος αγροτική οδός διεκρίνετο πλέον καλώς καθ όλας τας ανομαλίας της και μετ ολίγον γονυκλινής επι της προχειροξυλίνης σκάλας εφήλκων τον κάβον της Σαύρας, και επιβιβάσθην εντός. Εξερχόμενος δε του ορμίσκου, και τους υποφωτιζόμενους εγκρεμούς έχων εξ ευωνύμων το δε καθαγλα΄ι΄ζόμενον μακροπέλαγος εκ δεξιών πάλιν εμελαγχόλησα ως συνηθίζω κατα την πορείαν ταυτην αναλογιζόμενος πως θα τα καταφέρω να τα γράψω όλα αυτά τα όμορφα στα παπάρια μου.
Να μην πολυλογούμε και τα θαλασσώσουμε όμως, από τας έξι μέχρι τις επτά ανέβασα πέντε φανκρόπουλα μισόκιλα και τέσερες γόπες, ομούτρία οψάρια επονομαζόμενα σκαρμός δια την γαλήν την ονομαζομένη Νταγιάν καθότι γραία και μονόφθαλμος, τέλος και έναν σπάρον τον οποίον και επέστρεπσα ζώντα εις την θάλασσαν να παει στην κυριαν καβουρίναν και να μη θυμώσει και ο Ποσειδων ότι το παραξύλωσα.
Θα κάθομαν λίγο ακόμα, καθότι ήπρεπε να βγάλω άλλας δύο μερίδας αλλά ήρθαν οι δελφιναράδες.. Εκολυμπάγαν γύρωθεν και εβούταγαν φλάπ=φλούπ τρόγοντας τας γόπας, οπότε ετρωμάξαν τα οψάρια, έπαφσαν και οι τζίμποι και επέστρεπσα να αράκσω.
Εκάθησα λοιπόν παραθίναλος απάνω στον κουβά και τα καθάριζα ενδοθαλασσίως, πλην όμως ενα μώφυγεν, εγλύστρισεν και διά της υδροδυναμικής την οποίαν διαθέτει πεφυκέναι αν και νεκρόν και ψόφιο επικάθυσεν δύο μέτρα πιο βαθυκά στον αμμώδη θαλασσόπατο.
Εισέβην να το χαρακώσω αλλα ητο ολίγον βαθειά και εσυμάζεπσα το σώβρακο οπου φωρούσα κατα πάνω, κωλογύροθεν, ίνα μη βραχεί. Και μεν το πσάριον το ήβγαλα ποδοκλωτζηδόν στα ρηχόνερα και το γράπωσα αλλα το σώβρακον δεν την εγλυτωσεν και ο κώλος μου εβράχη.
Με εβρεγμένον λοιπόν κώλον και ενόπιον των οψαρίων που θα έτρωγα ενθυμήθην την σχετικήν παροιμία που λέγει ''Μάνα! είναι μόνο μία..'' Και ως άλλος Μπόμπος τα συμάζεπσα και τράβηκσα κατα το οσπίτιον μου να τα αρτέπσω, να τα πσήσω το μεσμέρι, να λαδώσει τάντερο μ'.
.
.
3 σχόλια:
Αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως φίλε μου
ορθώς, ορθώς !
Ωραία τα εγγράφεις, ωσάν ερημίτης που από την Παναγιά Μεγαλομάτα κατέρχεται τα ερημνά προς άγραν τροφής (ομοιοτρόπως τα καταγράψαμεν εις το σχετικόν μυθο ιστόρημα, αλλά όπως αντιλαμβάνεσαι κύριε πσαρά,αν και σήμερα συνβαίνουσιν, ίναι γεγονότα παρελθόντος και πρόκεινται κατά πολύ του ενεστώτος χρόνου. Το ανάλογον, διαστημόπλοιον στην γραμμή Γαία-Άρης -cargo- έμπλεο γεωμήλων. Άντε, στην υγειά μας)
Γκετζ
και να ο Γούφας, ερχόμενος με παμπαλαίαν ιστορία μας διδάσκει πως
ψάρι δεν τρως αν δεν βρέξεις κώλο, και ταυτόχρονα πως όταν δεν γαμείς καλά είναι να ψαρεύεις... πάω να ανανεώσω την άδεια.
χαίρε γούφα τρισμέγιστε και μακάριε...
Δημοσίευση σχολίου