.
Κεφ. δευτερον: Όπου οι δύο ναυαγοί βομβαρδίζονται με διλητηριώδη αέρια, και άλλα απίστευτα και ομως αληθινά.
.
.
Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010
Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010
,,,ρίξανε μερικά γκαζάκια και μετά ξεγκάβλωσαν και γίναν κυριλέ...
Κεφάλαιον πρώτον. Όπου οι δυο πότες αποπλέουνε για να εξερευνήσουν τας μυστηριωδεις νήσους Βούρ-Βούρ Ού
1
Αποτελεί μυστήριον μέγα για ποίον λόγον επιτρέπουμε να υπάρχουν αρχαία, είτε ερηπεια ειτε μνημεία είτε μύθοι και παραδόσεις και άλλα διάφορα κουραφέξαλα τα οποία απλώς δικαιολογούν θέσεις ρομαντικών γαστροσκόπων και αντιμάμαλων ερωδιών. Διάβαζα προ ολίγου χρόνου στο μπλόνκ του προσφιλούς μου Πίτρεμαν μιαν περιδιάβασιν στα τείχει της Σαλονευί και μελανχόλησα διότι. Καποτε, τω πάλλαι ποτέ αν όχι τω Παλλέ ντε Σπόρ, με ετυχε να διασχίζω την νεόδμητον άσφαλτον της Παρακασσανδρίου διαδρομής και ήκατσα σε μιαν νεοσκαφείσαν νομαρέαν και εμελανχολούσα κοιτάζων την νεφελώδην κατα Ολυμπον δύσιν και έκσυνα μηχανωδως τα τρυφερώδη πρανοχώματα και χράτς-χράτσι δειλως πως ενεφανίσθη μισόν μελανόμορφον μικρόν αγγείον και εγω εταράχθην σφόδρα και ασσανωτού-μουραγωτού αύθις το ξαναέθαπσα ίνα και μή το ενοχλήσω....Πα πα πα.....
Τωράκις όμως πιά τα χρόνια λένε οτι πέρασαν για εμάς, λένε διότι ότι σε καμία δυό Ολυμπιάδες θα έχουμε τεζάρει, λένε επίσης ότι τους Νεάτερνταλ πλείον ημών θα μνημονεύουσιν και βέβαια κατ΄επάνω στα παραπαπάρια μας αυτό, καθότι τουτος ήν ο Νομος εσσαεί και ο Νομός και η Νομαρχία και ο κάπτεν-Νέμος, έλα όμως που θα πρέπει τωρα εγω να περιγράπσω μίαν ενδοταλασσίαν αρχιπεριπέτειαν καθότι το έχω υποσχεθεί εν μέσω της εθνοπτωχεύσεως, οπότε τι να κανω, όρσε, και την ενγράφω παρακάτωθεν.. Γενικώς και ειδικως μας την φορέσανε, πιαστηκαμε κοροιδαρες, μας κυβερνουσαν απ το 75 και μετά αξιότιμοι και εντιμότατοι, και εξακολουθουν να κυβερναν και φως δε βλεπω, δεν ομιλώ και την Γερμανικήν να μεταμφιεστώ σε Μεταγερμανοτσολιά, γιαυτό, θα πω μια μικρη-πικρή ιστορία από το '75, τοτε που όλοι εβλεπαν το μελλον ρόδινο, και που ακομα και οι ζητιάνοι στα σκαλια της Παναγιασδέξιας με κοπο εκρυβαν την ευτυχώδη αγαλίαση καθε που δεν σε εβλεπαν να τους παρατηρεις, εντυπωμένη στη φατσάρα τους καθως μετράγαν τα πενηνταράκια οπούχε ρίξει η συνδρομήτριά τους γηραιά κυρία η οποια, με την χειμερινής νεφθαλίνης αποφορά εις την αδιόρατα εφθαρμένη προπολεμική αστραχάν ενδιέμενε στα Παρακαμαρογαλέρια μακεδονόσπιτα και τα Ενδιαμεσοροτοντομελενίκια ομοίως. Eκσάλλου ''μικρή -πικρή μου αγάπη'' ελέγετο και το ραδιορομάντσο που ακούγαν όλες οι κυρίες τα πρωινά, οι άλλες, οι υπόλοιπες, άκουγαν το whise you were here και μιλούσαν για εξωτικά μερη, για τα νησάκια Βουρ-Βουρ-Ου που μόλις ειχαν ανακαλυφτεί. Τριάντα χρονια ακριβώς λοιπόν μετά απο τον σκληρό Απρίλη του '45, ζούσαμε εναν χλωρό Απρίλη, δειλό και πολύχρωμο, -is any body out there?-, πανδαιμονίως εν θουσιασμώ υπολογίζοντες πόσο όμορφα θα νγκρεμίζεται ο wall την ωρα που θα τον συντρίβουμε. Ο Πανος τοτε ειχε ενα ποδήλατο και με αυτο γυρνουσε στα χωραφια της Χαλκιδικής καταγραφοντας τα αρχαια απομεινάρια, ο Δημήτρης ειχε ηδη γινει ζωγραφος και εξεθετε αλλεπαλλήλλως τα εργα του μεχρι τελικης πωλήσεως πάντων, μόνον εγώ δεν ηξερα τι να κανω και χαζογκομενοκοπούσα αδιεξοδα. Ολοι οι αλλοι επροοδευαν ακατασχετως. Βεβαια τωρα πια συχνα-πυκνά μετανοώ δια το χαζογκομενοκοπείν του καιρού εκείνου αλλα πάλι οταν το ξανασκέπτομαι το δικαιολογώ, βλεπω διότι και τώρα τον ήλιο λαμπρό αλλ΄ εχω εντύπωσιν πως τοτε ο Ήλιος έλαμπε σαφως λαμπρότερος και υπερλάμπριος, οπότε τι αλλο θα επρεπε μεσα σε τετοιες ηλιακάδες αθανάσιες να κανω παρεξ να λαμνοχαζοκοπώ? Μάλιστα τότενες ετυχε να διαβαζω και το οταν ο ηλιος θα σββύσει της Οριάν Ασφαλάττσι και θυμάμαι το κλάμα που έριπτα, αλλα το διαβαζα μετα της γκομενός στον κράββατον της ακολασίας και το κλάημα αποτελούσε τάιμ άουτ στο αγωνισμα του πενταθλου. Τι θαπρεπε λοιπον καλε να κανω? Nα αποτεμιευω φραγκα ή να επενδυω σε γαστρώα σύμφωννητικά? Α! μαλλον επραττα ορθώς.! Ετζι λοιπον κατα την διαρκειαν ενος μεταμεσονυκτίου μπυραυγάσματος στο πατσατζίδικο της Μαρτιου, μας ηρθε να εκτελεσουμε τον περίπλουν της Χαλκιδικής τριπλέτας, απο μικρό Καραμπουρνάκι οπου ρεμεντζάριζε ο πατηρ του Δημητρίου το κοτερό του μεχρι της Ιερισσού.Φευ!.. Και κσαναφεύ...Ομπρέλλα ανοιχτή κρατούσαμε όταν έριχνε ο μπαρμπα-Θεός ηλιαχτίδες ουσίας φαιάς και έτσι το επόμενο πρωινό βρεθήκαμε εις το μικρό Καράμπουρνου εγώ και ο Δημήτριος πλήρεις πανεφοδίων, ήτοι με δυό κονσέρβες και δεκάδες μπυρομπούλκαλα, μπροστά στο κότερο. Δηλαδή μία ξύλινη βαρκα μικροτερη απο πεντε μετρα, με μηχανακι Λίστερ και μικρή κουκέτα με δυο στενους παγκους για κρεβατια. Ηταν ο Πολικός Αστηρ. Το λάμδα ομως του ειχε ξεφυγει του μπαρμπα Φανουρή και ειχε βγει τελειο Π. Ετσι λοιπόν τον περίπλουν θα τον εκτελουσαμε με τον Ποπικόν Αστέρα, τον Αγραφο, τον Ανερμήνευτο, τον δια χειρός Φανουρίου και προγόνων Ναυπακταίον.
2
Εχω πολλες δεκαετιες να επισκεφτω τη Σαλονίκη. Τότε, ολη η ακτη, απο Ντεπώ μεχρι Καραμπουρνάκι έμοιαζε με κηποτόπιο του Ρουσσώ συν μερικά σκουπίδια, για την ακρίβεια μέχρι ένα παλαιό εργοστάσιο της ρετσινομαλαματίνας οπου αρχιζε η αμμουδιά. Κατόπιν ύπαρχαν δύο κέντρα, ένα το λέγαν Αριγκάτο και τα ονομάζαν κλάμπ, με τραπεζακια ως το γυαλό,και σε αυτά τα κλάμπ διασκεδαζαν τα βραδια μετα μουσικής από το στερεοπικάπ, και ένα ψευτολίμανο, να δενουν οι Καλαμαριωτες τας ψαρόβαρκας. Εκεί, συχνά έφτανα με το λεωφωρειο νούμερο 5 αρχας θέρους μονος μου και κολυμπούσα, μία φορά μάλιστα που ειχα ξεμακρύνει κατω από τον εγκρεμνό του Παλατιού και επλεα ανάσκελος και χαλαρωτικός, ειχε ελαφρόν αυγουστιάτη βαρδαρίσκο, έφαγα μια κουπιά στο δασύτριχον κρανίο από έναν γεροντα γκαβό βαρκάρη και κόντεψα να πατωσω αναφροαναδυτί. Ερχόντουσαν και άλλοι, όχι και πολλοί, οι περισσότεροι ελούζοντο στη Νεα Κρήνη, ειχε-δεν ειχε κατασκευαστεί ακόμα εκεί η πλαζ, και η αμμουδιά της εβριθε βαρκών, μάλιστα, ρούπωνε και ένα καραβοκαρνάγιο ενδιάμεσα. Σε αυτό το ψευτολίμανο άραζε ο Ποπικός Αστήρ. Σαλπάραμε λοιπόν ενωρίς κατά τας δέκα με λαμπρή λιακάδα και με πλήρη νηνεμία, μαλιστα σχεδον ζέστα Απριλιάτικη μας έλουζε, και ο Ποπικός Αστήρ έκοβε δρόμο και η παραλίες του Μπαχτσέ δεν μας ενδιέφεραν, στρίπσαμε το φανάρι, με τα τούρκικα πολυβολεία του όπου μεσα τους σουρωμένοι φτάναμε τα βράδια και ανεβαζαμε θεατρικά τους χειμώνες και εκεί, μπρός στη Μηχανιώνα, ο Δημήτρης διαπίστωσε πως ήδη ειχε αποστραγγίσει το μικρό κρασοντραμιντζομπούκαλο, και αράξαμε, να ανεφοδιαστούμε καύσιμα και με την ευκαιρια να τηλεφωνήσει στην κυρία Καιτη που διεύθυνε την Ενημέρωση, την γκαλλερί δηλάδη οπου εστηνε την δευτερη εκθεση με πίνακες, να μάθει αν τους κρέμμασε σωστά η Καιτη, καθότι τα ειχεν εγκαταλίψει όλα χάριν του περίπλου……….. Εμένα δεν μου άρεσε αυτή η κίνηση, να σπάσει με το πρωτο αυτην την Μαγγελάνειον θαλαττόρμισην, και τον περίμενα μεσα στον Ποπικόν, και έρχεται, και μου λέει, μάγκα, παίρνω το λεωφορείο και παω Θεσσαλονίκη, διότι και διότι έρχονται δυο τρεις συλλέκτες και θα πρέπει να ειμαι εκεί να αναλύσω το υψος και το βάθος των πινάκων μου. Μόνο εσύ κατσε να κοιμηθεις μεσα στη βαρκα και αυριο νωρις επιστρέφω. Τον Ποπικόν τον ειχαμε ρεμετζαρει πλωροπρύμνα με οχτω σκοινιά στο μόλο της Μηχανιώνας και από σοφράνο καθότι ο καιρός ηταν ψιλοβαρδάριος, άνοιξα το τρανζίστορ, εκατσα στο κουβερτί, ήταν απογεμα και πανερχόντουσαν ντόπιοι πσαράδες στο μόλο, αλλα το συννέφιασε, εσήκωσε και ένα αεράκι, και ερχεται ενας καταραμένος αλιεύς και με λέγει ότι εκει που εδέσαμαν την βαρκαν θα παθομεν ζημιά καθότι οπου ναναι ερχεται τραχύς γραιγολεβαντες και θ’αποθαλασσωθεί αυθωρεί, και τι να κανω τωρα? να την λύσεις, με λεγει, και να την φέρεις απ την αλλην μπαντα του μόλου νασαι ασφαλής . Εκει, έπαθα ταραχή. Ειχα και κατεβασει μιαν ντραμιτζαναν, άλλο σκοινίο έπιανα και άλλο έλυνα, άλλης βαρκός ρεμέντζα εσήκωνα, και οι κατεργάρηδες με έβλεπαν μακρόθεν και κορόιδευαν, μεταπολλά, σκατά την μετακίνησα, στραβά την έδεσα, ειχε βραδυάσει, απόκαμα και σουρωμένος φρόντιζα να μην κοιμάμαι για να σωσω το σκαρί όταν ενσκύψει η θύελλα αλλα ούτε η καταιγίδα ηρθε ουτε η λαίλαψ, απλά βροντούσαν κάθε τοσο τα ύφαλα του σκάφους πανω εις τας ξένας δέστρας και τινάζομαν, μεχρι και βούτηξα στα αβαθή για να ελενξω αλλα ακρην μη εβρών, αφήκα να βροντά ο υποθαλάσσιος υπόκοσμος και άκουγα ραδιόφωνο στα βραχέα. Ευτυχώς ειχε γίνει μια καταληψη σε μια πρεσβεια εκεινη τη βραδιά, πρεπει να ηταν μαλλον δεκα Απριλίου, και ξενύχτησα να ακουω για τους Παλαιστίνιους και τους Σουηδούς της πρεσβείας, ωσπου κατά την Μεσημβρία εφτασε και ο καπουδάν Δημήτριος και αποπλέφσαμεεεεε…. παραπλέφσαμε την Μηχανιώνα ολίγον προσεγγίζοντες την ακτή να θαυμάσουμε το ναυπηγείο των κα΄ι΄κιών πριν την Ηράκλεια οπου και αποφασίσαμε να βγούμε για προμήθιες διότι και αι δύο κρασσσοντραμιντζάνες ειχαν ασπροπατωθει. Πργματι, πατήσαμε στην Ηράκλεια στεριά και ήταν αλλιώς βεβαια στη στεριά, ειχε σουβλάκια και τηγανιτες πατατες και μπυρες, αλλα ειχαμε δρομο, τα παραλαβαμε ολα να τα καταφαγώσουμε εν πλω, σαλπαραμε και ορίσαμε σταθμόν πρωτον ‘’τα μηχανήματα’’ με την άπλετον αλευροαμμουδιά και την τούμπα την παράλια. Σε αυτόν τον παραλιακόν τοπον τον επονομαζόμενον ‘’τα μηχανήματα’’ συχνά καταλήγαμε οδικώς, ολίγον ανατολικά της Επανομής, μετά τους μπαχτσέδες της, και καποια τεραστίων διαστάσεων σιδηρά κλώθουρα και άλλα εσκοριασμένα μηχανώδη εγκαταλιπήματα σπαρμένα στους παραθαλάσσιους αγρούς, εσυνδιάζοντο αρμονικά με την ερημον χώραν της αχνώδους αμμουδιάς και την προ΄ί΄στορα τουμπάρα, ίσια τραβόντας από εκεί προς τη γη, το ίχνος της χωματερής οδού μέσα από ρεματιές έβγαζε εις το Πηγάδι Κουμ με την πλατανιά του και με το καταγκρεμισμένο τείχος ενός παλιομετοχίου, μάλιστα χάζευα καποτε έναν παραφρονα ορχούμενον στα πέντε μετρα ύψος πανω στις διαλυόμενες λίθους, ορχούμενον μετα της Loύσυ ιν δε Sκάι γουίθ Dάιαμοντς, άλλα καλούδια αυτά, μεσογειακά, και από εκει ο χαλικόδρομος, εις το μετόχιον του Αγιοπαυλου όπου αποκλέψαμε καποτε έναν σταυρό από ένα ερείπιο κκλεισάκι και γιαυτό δεν με πήγανε καλά στη συνεχεια, ολο ιεροσυλίες έκανα, και με ειχεν συμβουλεύσει μάλιστα η Βασιλική, ότι μετ εκείνης ως εκκλησιορύχοι τον ξερουπουκώσαμε να τον επιστρέψω, αλλα βαρεθηκα να παω μεχρις και τον αφήσαμε σε μιαν αλλην εκδρομή εις το Νεκροταφείον της Επανομής και φυσικά γιαυτό με έρχονται κατοπιν όλα αναποδα. Εν πάσει περιπτώσει εμεις φτάσαμε στα μηχανήματα κάργα μεσμέρι και η θαλασσα λαδιά και θεωρήσαμε καλο να εμβαπτίσουμε μέσα στο ναυάγιο, ένα προσαραγμένο μηχανόπλοιο που το ρουφούσε χρόνο με το χρόνο η άμμος, και έτσι, καμιά δεκαπενταρέα μετρα από την ακτή όπως εγερνε μισοχωμένο σεβήκαμε στα ανοιχτα αμπαρια του, γεματα φως και γαλανάδα και αθορυβία, βγαλαμε μια λαμπα ηλεκτρική στρογγυλη και μεγάλη σαν νεροκολόκυθα για ενθύμιο και συνεχίσαμε την πλέφσιν πλέοντες πια στα αβαθή, σιμά στον φλοίσβο διατί έτσι μας άρεσε, να το γλυστράμε το πλεούμενο εκει που σμίγει ακριβώς ο αφρός με την άμμο.Ειχε λιακάδα και είχαμε μπύρες χωρίς να ξέρουμε τι μας περίμενε σε λίγο...
3
Τι αξίζει ΄αραγε σ΄αυτή τη ζωή? Και αν μηδένα προ του τελους μακάριζε τοτε τι νοημα εχει ολος ο προ του τελους βίος? Γνωρίζω καλώς πως οι Ιρανοί μας μισούν και τους δικαιολογώ απολύτως. Τον λόγον, ουτε καν αυτοί δεν τον υποψιάζονται. Ουχί ο Μεγαλεκσαντρώφ, ως ισχυρίζονται οι Νεοσασσανίδες Παχλεβόπληκτοι. Απλά τους λαμογιάζαμε χρυσίον και τους δίναμε αντ΄αυτού παραπλανητικούς χρησμούς και βραδυφλεγή αποφθέγματα. Και αυτά συν τω χρονω καταλύουν τα παντα. Ενώ τα Ευροπέη έθνη, πεφυκέναι άπιστα, δεν τα μασούνε ταύτα, έθαπσαν τα ρητά μας στα ριζά γραιών βελανιδέων και απλώς τα εμπορεύονται ως αρχαιώδεις τρούφας ομιλούσας. Αχ αυτή η γη της επαγγελίας.. τοσο ένα βήμα μονο η αποσταση και ποσο μια ονείρωξη αυτό το βήμα, μία υπόσχεση ασπρόμαυρη και εντελως τζωνκασσαβέτια, μία βαρκάδα αστρόφεγγη σε ναυσταθμο ενδομεσωκεάνιο, ως φως ασώματον, σαν την Μονάδα που ενσωματώνουν τα στυφά κοπάδια των αφρόψαρων κυνηγημένα εις την αδερσάιντ οβδεμούν. Γιαυτό και μεις αποφασίσαμε να διαπλεύσουμε τον Τορωναίον νύκτωρ, γλίστρα στα πισοσκόταδα μιάς ζωντανής μπωντλαιροθάλασσας ακούνητης, πηχτής, λιπώδους και αιμάλμυρης πίνοντας, πίνοντας και πίνοντας ως που ο Δημήτρης, κατόρθωσε και σύρθηκε γονατωδώς στην αρένα, έτεινεν χείραν προς το άγνωστο των οριζόνταν και με λέγει, ΄΄να! κατακεί είναι οι Πόρτες, τραβα ντουγρού και θα πέσουμε πανω τους, πάω κοιμήθω’’ και ταβλιάστηκε εις την μικροκουκέταν. Με άφησε να κρατω το διάκι με το ένα χέρι και με το άλλο το μπουκάλι το κονιάκ, να ταξιδευω τα σκοτάδια. Ακουονταν μονο ενας συριγμώδης υποπαφλασμός, η γλυκειά Λίστερ και τα αστέρια, καμπυλωμένα στο στερέωμα γύρω από τον Ποπικό, κάπου στην πλώρα το τρανζιστοράκι, άλλοτε επιανε ένα σταθμό ψιθυριστά κι άλλοτε τον έχανε, η κατάθληψη στην πρεσβεία συνεχίζονταν και τωρα έκανε μια επισημη δηλωση ο πρωθυπουργός, ‘’είμαστε’’ ειπε, ‘’ένα βήμα πριν από την παντελή αδυναμία Δανεισμού, και δεν το γνώριζα’’, ειπε, ‘’πριν αναλαβω να σας κυβερνίσω, πόσο χάλια ΄ήμασταν’’, μετά ξανά το ραδιάκι εσίγησε, και ετσι δεν ακούστηκε η αυτονόητη συνέχεια του λόγου του, πως δηλαδή ειμαι ενας πριτιμπάιος που δεν ηξερα ποτε τι μου γινόταν και γιαυτό παραιτούμαι, παω για χαρακίρι και κούκο αβολοντέ΄΄. Οπότε,βγάλτα πέρα μόνος σου, συμπλήρωσα εγω , ψάχνοντας μέσα στα σκοτάδια τα φώτα απ τις Πορτες αλλα η ωρα πέρναγε και φως πουθενά. Αιφνης, τα ειδα αλλά στα δεξιά μας. Βλαστημησα που τοση ωρα τραβαγα λάθος πορεία, στριβω, τραβω κατά κει αλλα να μην τα φτανω με τιποτα τα γαμημένα κι ο άλλος να ρονχάζει από τη σούρα. Και όταν επιτέλους τα πλησιάζω, μετα από τοση κι άλλη τοση ώρα, από τη μια ξεμέθυσα με μιας απ την τρομαρα μου που ειχαμε χαθει μεσοπελαχα και από την άλλη ευθυμησα που βρηκαμε ανθρωπους μες το πουθενα. Ψαρευε το γριγρι με αναμενες λάμπες, ολες αδειανες, το πλοιοφάντασμα, κραυγαζω ν΄ακουστω και ανασηκωνεται ένα μουσαμας, βγαζει κεφάλι ο βαρκαρης που κοιμόταν από κάτω και με λέγει, Τι θες εδώ εσυ αγόρι μου? Για τις πόρτες, του απαντάω, καλα πάμε? Ποιες πόρτες… λίγο ακόμα και θα φτάσεις στο Όλυμπο από δω που πας….
ΤΕΛΟΣ του πρωτου μερους.
η συνεχεια στο επομενον ποστ.
.
.
1
Αποτελεί μυστήριον μέγα για ποίον λόγον επιτρέπουμε να υπάρχουν αρχαία, είτε ερηπεια ειτε μνημεία είτε μύθοι και παραδόσεις και άλλα διάφορα κουραφέξαλα τα οποία απλώς δικαιολογούν θέσεις ρομαντικών γαστροσκόπων και αντιμάμαλων ερωδιών. Διάβαζα προ ολίγου χρόνου στο μπλόνκ του προσφιλούς μου Πίτρεμαν μιαν περιδιάβασιν στα τείχει της Σαλονευί και μελανχόλησα διότι. Καποτε, τω πάλλαι ποτέ αν όχι τω Παλλέ ντε Σπόρ, με ετυχε να διασχίζω την νεόδμητον άσφαλτον της Παρακασσανδρίου διαδρομής και ήκατσα σε μιαν νεοσκαφείσαν νομαρέαν και εμελανχολούσα κοιτάζων την νεφελώδην κατα Ολυμπον δύσιν και έκσυνα μηχανωδως τα τρυφερώδη πρανοχώματα και χράτς-χράτσι δειλως πως ενεφανίσθη μισόν μελανόμορφον μικρόν αγγείον και εγω εταράχθην σφόδρα και ασσανωτού-μουραγωτού αύθις το ξαναέθαπσα ίνα και μή το ενοχλήσω....Πα πα πα.....
Τωράκις όμως πιά τα χρόνια λένε οτι πέρασαν για εμάς, λένε διότι ότι σε καμία δυό Ολυμπιάδες θα έχουμε τεζάρει, λένε επίσης ότι τους Νεάτερνταλ πλείον ημών θα μνημονεύουσιν και βέβαια κατ΄επάνω στα παραπαπάρια μας αυτό, καθότι τουτος ήν ο Νομος εσσαεί και ο Νομός και η Νομαρχία και ο κάπτεν-Νέμος, έλα όμως που θα πρέπει τωρα εγω να περιγράπσω μίαν ενδοταλασσίαν αρχιπεριπέτειαν καθότι το έχω υποσχεθεί εν μέσω της εθνοπτωχεύσεως, οπότε τι να κανω, όρσε, και την ενγράφω παρακάτωθεν.. Γενικώς και ειδικως μας την φορέσανε, πιαστηκαμε κοροιδαρες, μας κυβερνουσαν απ το 75 και μετά αξιότιμοι και εντιμότατοι, και εξακολουθουν να κυβερναν και φως δε βλεπω, δεν ομιλώ και την Γερμανικήν να μεταμφιεστώ σε Μεταγερμανοτσολιά, γιαυτό, θα πω μια μικρη-πικρή ιστορία από το '75, τοτε που όλοι εβλεπαν το μελλον ρόδινο, και που ακομα και οι ζητιάνοι στα σκαλια της Παναγιασδέξιας με κοπο εκρυβαν την ευτυχώδη αγαλίαση καθε που δεν σε εβλεπαν να τους παρατηρεις, εντυπωμένη στη φατσάρα τους καθως μετράγαν τα πενηνταράκια οπούχε ρίξει η συνδρομήτριά τους γηραιά κυρία η οποια, με την χειμερινής νεφθαλίνης αποφορά εις την αδιόρατα εφθαρμένη προπολεμική αστραχάν ενδιέμενε στα Παρακαμαρογαλέρια μακεδονόσπιτα και τα Ενδιαμεσοροτοντομελενίκια ομοίως. Eκσάλλου ''μικρή -πικρή μου αγάπη'' ελέγετο και το ραδιορομάντσο που ακούγαν όλες οι κυρίες τα πρωινά, οι άλλες, οι υπόλοιπες, άκουγαν το whise you were here και μιλούσαν για εξωτικά μερη, για τα νησάκια Βουρ-Βουρ-Ου που μόλις ειχαν ανακαλυφτεί. Τριάντα χρονια ακριβώς λοιπόν μετά απο τον σκληρό Απρίλη του '45, ζούσαμε εναν χλωρό Απρίλη, δειλό και πολύχρωμο, -is any body out there?-, πανδαιμονίως εν θουσιασμώ υπολογίζοντες πόσο όμορφα θα νγκρεμίζεται ο wall την ωρα που θα τον συντρίβουμε. Ο Πανος τοτε ειχε ενα ποδήλατο και με αυτο γυρνουσε στα χωραφια της Χαλκιδικής καταγραφοντας τα αρχαια απομεινάρια, ο Δημήτρης ειχε ηδη γινει ζωγραφος και εξεθετε αλλεπαλλήλλως τα εργα του μεχρι τελικης πωλήσεως πάντων, μόνον εγώ δεν ηξερα τι να κανω και χαζογκομενοκοπούσα αδιεξοδα. Ολοι οι αλλοι επροοδευαν ακατασχετως. Βεβαια τωρα πια συχνα-πυκνά μετανοώ δια το χαζογκομενοκοπείν του καιρού εκείνου αλλα πάλι οταν το ξανασκέπτομαι το δικαιολογώ, βλεπω διότι και τώρα τον ήλιο λαμπρό αλλ΄ εχω εντύπωσιν πως τοτε ο Ήλιος έλαμπε σαφως λαμπρότερος και υπερλάμπριος, οπότε τι αλλο θα επρεπε μεσα σε τετοιες ηλιακάδες αθανάσιες να κανω παρεξ να λαμνοχαζοκοπώ? Μάλιστα τότενες ετυχε να διαβαζω και το οταν ο ηλιος θα σββύσει της Οριάν Ασφαλάττσι και θυμάμαι το κλάμα που έριπτα, αλλα το διαβαζα μετα της γκομενός στον κράββατον της ακολασίας και το κλάημα αποτελούσε τάιμ άουτ στο αγωνισμα του πενταθλου. Τι θαπρεπε λοιπον καλε να κανω? Nα αποτεμιευω φραγκα ή να επενδυω σε γαστρώα σύμφωννητικά? Α! μαλλον επραττα ορθώς.! Ετζι λοιπον κατα την διαρκειαν ενος μεταμεσονυκτίου μπυραυγάσματος στο πατσατζίδικο της Μαρτιου, μας ηρθε να εκτελεσουμε τον περίπλουν της Χαλκιδικής τριπλέτας, απο μικρό Καραμπουρνάκι οπου ρεμεντζάριζε ο πατηρ του Δημητρίου το κοτερό του μεχρι της Ιερισσού.Φευ!.. Και κσαναφεύ...Ομπρέλλα ανοιχτή κρατούσαμε όταν έριχνε ο μπαρμπα-Θεός ηλιαχτίδες ουσίας φαιάς και έτσι το επόμενο πρωινό βρεθήκαμε εις το μικρό Καράμπουρνου εγώ και ο Δημήτριος πλήρεις πανεφοδίων, ήτοι με δυό κονσέρβες και δεκάδες μπυρομπούλκαλα, μπροστά στο κότερο. Δηλαδή μία ξύλινη βαρκα μικροτερη απο πεντε μετρα, με μηχανακι Λίστερ και μικρή κουκέτα με δυο στενους παγκους για κρεβατια. Ηταν ο Πολικός Αστηρ. Το λάμδα ομως του ειχε ξεφυγει του μπαρμπα Φανουρή και ειχε βγει τελειο Π. Ετσι λοιπόν τον περίπλουν θα τον εκτελουσαμε με τον Ποπικόν Αστέρα, τον Αγραφο, τον Ανερμήνευτο, τον δια χειρός Φανουρίου και προγόνων Ναυπακταίον.
2
Εχω πολλες δεκαετιες να επισκεφτω τη Σαλονίκη. Τότε, ολη η ακτη, απο Ντεπώ μεχρι Καραμπουρνάκι έμοιαζε με κηποτόπιο του Ρουσσώ συν μερικά σκουπίδια, για την ακρίβεια μέχρι ένα παλαιό εργοστάσιο της ρετσινομαλαματίνας οπου αρχιζε η αμμουδιά. Κατόπιν ύπαρχαν δύο κέντρα, ένα το λέγαν Αριγκάτο και τα ονομάζαν κλάμπ, με τραπεζακια ως το γυαλό,και σε αυτά τα κλάμπ διασκεδαζαν τα βραδια μετα μουσικής από το στερεοπικάπ, και ένα ψευτολίμανο, να δενουν οι Καλαμαριωτες τας ψαρόβαρκας. Εκεί, συχνά έφτανα με το λεωφωρειο νούμερο 5 αρχας θέρους μονος μου και κολυμπούσα, μία φορά μάλιστα που ειχα ξεμακρύνει κατω από τον εγκρεμνό του Παλατιού και επλεα ανάσκελος και χαλαρωτικός, ειχε ελαφρόν αυγουστιάτη βαρδαρίσκο, έφαγα μια κουπιά στο δασύτριχον κρανίο από έναν γεροντα γκαβό βαρκάρη και κόντεψα να πατωσω αναφροαναδυτί. Ερχόντουσαν και άλλοι, όχι και πολλοί, οι περισσότεροι ελούζοντο στη Νεα Κρήνη, ειχε-δεν ειχε κατασκευαστεί ακόμα εκεί η πλαζ, και η αμμουδιά της εβριθε βαρκών, μάλιστα, ρούπωνε και ένα καραβοκαρνάγιο ενδιάμεσα. Σε αυτό το ψευτολίμανο άραζε ο Ποπικός Αστήρ. Σαλπάραμε λοιπόν ενωρίς κατά τας δέκα με λαμπρή λιακάδα και με πλήρη νηνεμία, μαλιστα σχεδον ζέστα Απριλιάτικη μας έλουζε, και ο Ποπικός Αστήρ έκοβε δρόμο και η παραλίες του Μπαχτσέ δεν μας ενδιέφεραν, στρίπσαμε το φανάρι, με τα τούρκικα πολυβολεία του όπου μεσα τους σουρωμένοι φτάναμε τα βράδια και ανεβαζαμε θεατρικά τους χειμώνες και εκεί, μπρός στη Μηχανιώνα, ο Δημήτρης διαπίστωσε πως ήδη ειχε αποστραγγίσει το μικρό κρασοντραμιντζομπούκαλο, και αράξαμε, να ανεφοδιαστούμε καύσιμα και με την ευκαιρια να τηλεφωνήσει στην κυρία Καιτη που διεύθυνε την Ενημέρωση, την γκαλλερί δηλάδη οπου εστηνε την δευτερη εκθεση με πίνακες, να μάθει αν τους κρέμμασε σωστά η Καιτη, καθότι τα ειχεν εγκαταλίψει όλα χάριν του περίπλου……….. Εμένα δεν μου άρεσε αυτή η κίνηση, να σπάσει με το πρωτο αυτην την Μαγγελάνειον θαλαττόρμισην, και τον περίμενα μεσα στον Ποπικόν, και έρχεται, και μου λέει, μάγκα, παίρνω το λεωφορείο και παω Θεσσαλονίκη, διότι και διότι έρχονται δυο τρεις συλλέκτες και θα πρέπει να ειμαι εκεί να αναλύσω το υψος και το βάθος των πινάκων μου. Μόνο εσύ κατσε να κοιμηθεις μεσα στη βαρκα και αυριο νωρις επιστρέφω. Τον Ποπικόν τον ειχαμε ρεμετζαρει πλωροπρύμνα με οχτω σκοινιά στο μόλο της Μηχανιώνας και από σοφράνο καθότι ο καιρός ηταν ψιλοβαρδάριος, άνοιξα το τρανζίστορ, εκατσα στο κουβερτί, ήταν απογεμα και πανερχόντουσαν ντόπιοι πσαράδες στο μόλο, αλλα το συννέφιασε, εσήκωσε και ένα αεράκι, και ερχεται ενας καταραμένος αλιεύς και με λέγει ότι εκει που εδέσαμαν την βαρκαν θα παθομεν ζημιά καθότι οπου ναναι ερχεται τραχύς γραιγολεβαντες και θ’αποθαλασσωθεί αυθωρεί, και τι να κανω τωρα? να την λύσεις, με λεγει, και να την φέρεις απ την αλλην μπαντα του μόλου νασαι ασφαλής . Εκει, έπαθα ταραχή. Ειχα και κατεβασει μιαν ντραμιτζαναν, άλλο σκοινίο έπιανα και άλλο έλυνα, άλλης βαρκός ρεμέντζα εσήκωνα, και οι κατεργάρηδες με έβλεπαν μακρόθεν και κορόιδευαν, μεταπολλά, σκατά την μετακίνησα, στραβά την έδεσα, ειχε βραδυάσει, απόκαμα και σουρωμένος φρόντιζα να μην κοιμάμαι για να σωσω το σκαρί όταν ενσκύψει η θύελλα αλλα ούτε η καταιγίδα ηρθε ουτε η λαίλαψ, απλά βροντούσαν κάθε τοσο τα ύφαλα του σκάφους πανω εις τας ξένας δέστρας και τινάζομαν, μεχρι και βούτηξα στα αβαθή για να ελενξω αλλα ακρην μη εβρών, αφήκα να βροντά ο υποθαλάσσιος υπόκοσμος και άκουγα ραδιόφωνο στα βραχέα. Ευτυχώς ειχε γίνει μια καταληψη σε μια πρεσβεια εκεινη τη βραδιά, πρεπει να ηταν μαλλον δεκα Απριλίου, και ξενύχτησα να ακουω για τους Παλαιστίνιους και τους Σουηδούς της πρεσβείας, ωσπου κατά την Μεσημβρία εφτασε και ο καπουδάν Δημήτριος και αποπλέφσαμεεεεε…. παραπλέφσαμε την Μηχανιώνα ολίγον προσεγγίζοντες την ακτή να θαυμάσουμε το ναυπηγείο των κα΄ι΄κιών πριν την Ηράκλεια οπου και αποφασίσαμε να βγούμε για προμήθιες διότι και αι δύο κρασσσοντραμιντζάνες ειχαν ασπροπατωθει. Πργματι, πατήσαμε στην Ηράκλεια στεριά και ήταν αλλιώς βεβαια στη στεριά, ειχε σουβλάκια και τηγανιτες πατατες και μπυρες, αλλα ειχαμε δρομο, τα παραλαβαμε ολα να τα καταφαγώσουμε εν πλω, σαλπαραμε και ορίσαμε σταθμόν πρωτον ‘’τα μηχανήματα’’ με την άπλετον αλευροαμμουδιά και την τούμπα την παράλια. Σε αυτόν τον παραλιακόν τοπον τον επονομαζόμενον ‘’τα μηχανήματα’’ συχνά καταλήγαμε οδικώς, ολίγον ανατολικά της Επανομής, μετά τους μπαχτσέδες της, και καποια τεραστίων διαστάσεων σιδηρά κλώθουρα και άλλα εσκοριασμένα μηχανώδη εγκαταλιπήματα σπαρμένα στους παραθαλάσσιους αγρούς, εσυνδιάζοντο αρμονικά με την ερημον χώραν της αχνώδους αμμουδιάς και την προ΄ί΄στορα τουμπάρα, ίσια τραβόντας από εκεί προς τη γη, το ίχνος της χωματερής οδού μέσα από ρεματιές έβγαζε εις το Πηγάδι Κουμ με την πλατανιά του και με το καταγκρεμισμένο τείχος ενός παλιομετοχίου, μάλιστα χάζευα καποτε έναν παραφρονα ορχούμενον στα πέντε μετρα ύψος πανω στις διαλυόμενες λίθους, ορχούμενον μετα της Loύσυ ιν δε Sκάι γουίθ Dάιαμοντς, άλλα καλούδια αυτά, μεσογειακά, και από εκει ο χαλικόδρομος, εις το μετόχιον του Αγιοπαυλου όπου αποκλέψαμε καποτε έναν σταυρό από ένα ερείπιο κκλεισάκι και γιαυτό δεν με πήγανε καλά στη συνεχεια, ολο ιεροσυλίες έκανα, και με ειχεν συμβουλεύσει μάλιστα η Βασιλική, ότι μετ εκείνης ως εκκλησιορύχοι τον ξερουπουκώσαμε να τον επιστρέψω, αλλα βαρεθηκα να παω μεχρις και τον αφήσαμε σε μιαν αλλην εκδρομή εις το Νεκροταφείον της Επανομής και φυσικά γιαυτό με έρχονται κατοπιν όλα αναποδα. Εν πάσει περιπτώσει εμεις φτάσαμε στα μηχανήματα κάργα μεσμέρι και η θαλασσα λαδιά και θεωρήσαμε καλο να εμβαπτίσουμε μέσα στο ναυάγιο, ένα προσαραγμένο μηχανόπλοιο που το ρουφούσε χρόνο με το χρόνο η άμμος, και έτσι, καμιά δεκαπενταρέα μετρα από την ακτή όπως εγερνε μισοχωμένο σεβήκαμε στα ανοιχτα αμπαρια του, γεματα φως και γαλανάδα και αθορυβία, βγαλαμε μια λαμπα ηλεκτρική στρογγυλη και μεγάλη σαν νεροκολόκυθα για ενθύμιο και συνεχίσαμε την πλέφσιν πλέοντες πια στα αβαθή, σιμά στον φλοίσβο διατί έτσι μας άρεσε, να το γλυστράμε το πλεούμενο εκει που σμίγει ακριβώς ο αφρός με την άμμο.Ειχε λιακάδα και είχαμε μπύρες χωρίς να ξέρουμε τι μας περίμενε σε λίγο...
3
Τι αξίζει ΄αραγε σ΄αυτή τη ζωή? Και αν μηδένα προ του τελους μακάριζε τοτε τι νοημα εχει ολος ο προ του τελους βίος? Γνωρίζω καλώς πως οι Ιρανοί μας μισούν και τους δικαιολογώ απολύτως. Τον λόγον, ουτε καν αυτοί δεν τον υποψιάζονται. Ουχί ο Μεγαλεκσαντρώφ, ως ισχυρίζονται οι Νεοσασσανίδες Παχλεβόπληκτοι. Απλά τους λαμογιάζαμε χρυσίον και τους δίναμε αντ΄αυτού παραπλανητικούς χρησμούς και βραδυφλεγή αποφθέγματα. Και αυτά συν τω χρονω καταλύουν τα παντα. Ενώ τα Ευροπέη έθνη, πεφυκέναι άπιστα, δεν τα μασούνε ταύτα, έθαπσαν τα ρητά μας στα ριζά γραιών βελανιδέων και απλώς τα εμπορεύονται ως αρχαιώδεις τρούφας ομιλούσας. Αχ αυτή η γη της επαγγελίας.. τοσο ένα βήμα μονο η αποσταση και ποσο μια ονείρωξη αυτό το βήμα, μία υπόσχεση ασπρόμαυρη και εντελως τζωνκασσαβέτια, μία βαρκάδα αστρόφεγγη σε ναυσταθμο ενδομεσωκεάνιο, ως φως ασώματον, σαν την Μονάδα που ενσωματώνουν τα στυφά κοπάδια των αφρόψαρων κυνηγημένα εις την αδερσάιντ οβδεμούν. Γιαυτό και μεις αποφασίσαμε να διαπλεύσουμε τον Τορωναίον νύκτωρ, γλίστρα στα πισοσκόταδα μιάς ζωντανής μπωντλαιροθάλασσας ακούνητης, πηχτής, λιπώδους και αιμάλμυρης πίνοντας, πίνοντας και πίνοντας ως που ο Δημήτρης, κατόρθωσε και σύρθηκε γονατωδώς στην αρένα, έτεινεν χείραν προς το άγνωστο των οριζόνταν και με λέγει, ΄΄να! κατακεί είναι οι Πόρτες, τραβα ντουγρού και θα πέσουμε πανω τους, πάω κοιμήθω’’ και ταβλιάστηκε εις την μικροκουκέταν. Με άφησε να κρατω το διάκι με το ένα χέρι και με το άλλο το μπουκάλι το κονιάκ, να ταξιδευω τα σκοτάδια. Ακουονταν μονο ενας συριγμώδης υποπαφλασμός, η γλυκειά Λίστερ και τα αστέρια, καμπυλωμένα στο στερέωμα γύρω από τον Ποπικό, κάπου στην πλώρα το τρανζιστοράκι, άλλοτε επιανε ένα σταθμό ψιθυριστά κι άλλοτε τον έχανε, η κατάθληψη στην πρεσβεία συνεχίζονταν και τωρα έκανε μια επισημη δηλωση ο πρωθυπουργός, ‘’είμαστε’’ ειπε, ‘’ένα βήμα πριν από την παντελή αδυναμία Δανεισμού, και δεν το γνώριζα’’, ειπε, ‘’πριν αναλαβω να σας κυβερνίσω, πόσο χάλια ΄ήμασταν’’, μετά ξανά το ραδιάκι εσίγησε, και ετσι δεν ακούστηκε η αυτονόητη συνέχεια του λόγου του, πως δηλαδή ειμαι ενας πριτιμπάιος που δεν ηξερα ποτε τι μου γινόταν και γιαυτό παραιτούμαι, παω για χαρακίρι και κούκο αβολοντέ΄΄. Οπότε,βγάλτα πέρα μόνος σου, συμπλήρωσα εγω , ψάχνοντας μέσα στα σκοτάδια τα φώτα απ τις Πορτες αλλα η ωρα πέρναγε και φως πουθενά. Αιφνης, τα ειδα αλλά στα δεξιά μας. Βλαστημησα που τοση ωρα τραβαγα λάθος πορεία, στριβω, τραβω κατά κει αλλα να μην τα φτανω με τιποτα τα γαμημένα κι ο άλλος να ρονχάζει από τη σούρα. Και όταν επιτέλους τα πλησιάζω, μετα από τοση κι άλλη τοση ώρα, από τη μια ξεμέθυσα με μιας απ την τρομαρα μου που ειχαμε χαθει μεσοπελαχα και από την άλλη ευθυμησα που βρηκαμε ανθρωπους μες το πουθενα. Ψαρευε το γριγρι με αναμενες λάμπες, ολες αδειανες, το πλοιοφάντασμα, κραυγαζω ν΄ακουστω και ανασηκωνεται ένα μουσαμας, βγαζει κεφάλι ο βαρκαρης που κοιμόταν από κάτω και με λέγει, Τι θες εδώ εσυ αγόρι μου? Για τις πόρτες, του απαντάω, καλα πάμε? Ποιες πόρτες… λίγο ακόμα και θα φτάσεις στο Όλυμπο από δω που πας….
ΤΕΛΟΣ του πρωτου μερους.
η συνεχεια στο επομενον ποστ.
.
.
Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010
Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
