Οι Μυσγετίνοι, φάρα των Γετών, για μεγαλύτερο απ΄ όλους τους θεούς των λάτρευαν τον Κεκέ-Λάλα, τον Τραυλό Θεό.
Αυτή η νύχτα, χωρίς άστρα, χωρίς άνεμο, χωρίς μυρωδιές, με μία πεταλούδα να τζαζάρει μέσα στο γκαράζ, υπόσχεται έκλαμπρο το αύριον ξημέρωμα. Τα φέρρυ-μπώτ θα διανέμουν ως πρωτογενείς τζίτζικες μία Ορεστιάδα επικάβαλη. Η μονόφθαλμη γαλή θα εποφθαλμιά την ασπαίρουσα δράκαινα. Και οι παλιές ορμές μας θα ταβλαρωτρωγοπίνουν με ιππότες ξεπεσμένους και πεισματικούς.
Όλη αυτή την παλαιομελλοντική τροχοφόρα κίνηση την παρ’ a τυρί, γερμένος πάνω στα φίλμς της Αμάλθειας. Μοναχοκεραυνός μιάς γλώσσας άλαλης, συνομολογικής μόνον εις τους ορφούς, τις πέρκες και τις πεσκανδρίτσες. Ναι, οψάρια εσμέν άπαντες. Γι’ αυτό και θα μιλάει πάντα μεσα στην καρδιά ο Τραυλός Θεός. Αθάνατος είναι διότι.

Γιατί δεν είμαι ζωγράφος.
Δεν είμαι ζωγράφος, είμαι ποιητής.
Γιατί? Πιστεύω πως θα ήταν προτιμότερο
να ήμουν ζωγράφος, μα δεν είμαι. Λοιπόν,
για παράδειγμα, ο Μάικ Γκόλντζμπεργκ
ξεκινάει έναν πίνακα. Τον επισκέπτομαι,
‘’ Κάτσε και πιές ένα ποτό.’’
λέει. Πίνω, πίνουμε. Σηκώνω το
κεφάλι. ‘’Έβαλες στον πίνακα ΣΑΡΔΕΛΕΣ’’.
‘’ Ναι, χρειάστηκε να φτειάξω εκεί μέσα.’’
‘’ Ω ‘’. Φεύγω και περνούν οι μέρες.
Πηγαίνω. Ο πίνακας ολοκληρώθηκε.
‘’ Που είναι οι ΣΑΡΔΕΛΛΕΣ ?’’
Το μόνο που είχε απομείνει ήταν
γράμματα, ‘’Παρακάτω’’ λέει ο Μάικ.
Εγώ όμως? Τη μία μέρα σκέφτομαι
το χρώμα. Πορτοκαλί. Γράφω μία αράδα
για πορτοκαλί. Πολύ σύντομα γεμίζει
μία ολόκληρη σελίδα με λέξεις, όχι αράδες.
Ύστερα κι άλλη σελίδα. Έπρεπε να υπάρχουν
πολλές περισσότερες, όχι για το πορτοκαλί, για
τις ίδιες τις λέξεις, για το πόσο απαίσιο είναι το πορτοκαλί
και η ζωή. Οι μέρες περνούν. Γράφω ακόμη
και σε πρόζα, είμαι πραγματικός ποιητής. Το ποίημά μου
ολοκληρώθηκε κι ακόμη το πορτοκαλί
δεν το χω αναφέρει. Είναι δώδεκα ποιήματα, τα
ονομάζω Πορτοκαλί. Και μια μέρα σε μια γκαλερί
βλέπω τον πίνακα του Μάικ, με τον τίτλο ΣΑΡΔΕΛΕΣ.
Franc O’ Hara. Μετάφραση Γιάννης Λειβαδάς.
.
.
.
