Από αντιγραφή της Φύσης προέκταση της νόησης στο ζωντάνεμα του επέκεινα, βρέθηκε σε . τί κάνουμε τώρα?
Η προχωρήσει.
Θα διαρήξει όρια της ικανότητας όντος.
Θα αποσυνδεθεί τους όρους της μαθηματικής .
θα εγκαταλίψει τον της μίζερης νοητικοσυναισθηματικής .
Ερωτηθηκα προχτες τι ακριβως εννοο με τα υπερθεν αποφφθονγκηματα. Οταν λεγω κατι, σπανιως αντιλαμβανομαι τι εννοω. Ετσι πιο κατο θα προσπαθησω με αλλα ακατανοητα να καταλαβω κε εγω τι εχω πει. Ζητω συγνωμην δια τας ατελειας του λογου το ασφαλες, διοτι δια να εχομεν ελπιδας κατανοησεως θα πρεπει να τα ενγραφω απεφθειας οπως κατεβαiνουν εξουρανιως.
Τεχνη η ζωσα.
Ο Γαβρηλιγκανος και ο Μιχαλαντζουνας, οι δυο φιλοι, αφου ψευτοξημερωσε διπλωσανε τις γκάιντες και σταματησαν και το τραγουδι. Αυτο το κατι, σαν αχος αντιλαλος, ερχοταν απo τα γυρω βουνα. Tο αντιβουητο απο το ολονυχτιο το παιξιμο τους.
-- Ακους Μιχαλαντζουνα? Ρωτησε ο Γαβρηλογκανος.
-- Ακουω αλλα οπου ναναι θα χαθει. Ειναι τα ζωντανα του δασους που φτειαχτηκανε με το παιχνιδι μας.
-- Τους αρεσε λες, ε? Ξανα τον ρωτησε ο Γαβρηλογκανος.
-- Εμ δεν τa ακουεις? Αντιλαλουνε. Αλλα θα σβυσει. Μοναχα οσο κραταει χαιρονται.
-- Ενω εμεις την καταβρηκαμε, ετσι?
-- Τι μαλαπερδες αμολας βρε Γαβρηλογκανε! Πρωτη φορα την καταβρηκαμε?
-- Ναι βρε Μιχαρ μαντζουνα…
-- Ναι και ξεναι! Εκκολησον! Ταχεια το βραδυ παιζουμε στον γαμο του Φερναποδου, αηντε, βημα ταχυ!
Επιασανε τον δρομο και το μονοπατι, ρεμα ρεμα, κατα το χωριο. Εστιες ειχαν αναφθει και στην ακυμαντον γλαυκοαχλυν που εσερνε η εσθητα της κορης του Δια πανω από τον καμπο, λευτερωναν το αναθρωσκον ιχνος των, ως καθημερινες πτωχοσπονδαρισες.
-- Μιχαρμαντζούνα, ξαναρωτησε ο Γαβρηλόγκανος καθως ειχε κοντοσταθει να βγαλει μια σκληρη αγκαθα απο το πελμα του, εχω σκοπο που σε ρωταω…
-- Τι σκοπο? Εμεις παιζουμε για το κεφι μας και οι αλλοι το χορευουνε. Αυτο το ξαιρεις.
Ο Γαβρηλόγκανος την εβγαλε και ορθοστατησε και η διπλωμενη γκάιντα του αναστεναξε καθως σηκωθηκε.
-- Ακου γιατι σε ερωτω. Θυμασαι περσι της Αγιατριαδας, που ειχε περασει κι ετυχε να μας ακουσει ο Σαντανιάλλας ο αρχιευνουχος? Θυμασαι τα δωρλικια που μας αφηκεν? Τα θυμασαι αλλεπαλληλως αφου κρεμενται ακομα το πεντοφλουρο απο το σβερκο σου. Θυμασαι πως μας ειχε αποκαλεσει στο ξεπροβοδιο?
-- Ναι, καλιτεχνες. Ετσι μας λεγουσι εμας εκει στην Νουπολήρωμη.
-- Ρωτησα κι εμαθα… ολο το χρονο το εψαχνα. Αφου αρεσουν τοσο τα τραγουδια μας πρεπει να βρουμε τροπο να τα γραψουμε.
-- Γραφονται ρε μαλακα οι αηδωνολαλίες? Ληρα ληρεις! Αντε προχωρα και μη σερνεσαι.
-- Και ομως γραφονται! Αν ηταν λεξεις θα γραφοντουσαν. Και ακουσα οτι στην Νουπολήρωμη εχουνε βρει κατι τρύπους οπου τις χωνουνε μεσα τις μουσικες και δυνανται οποτε θελουν να τσι βγαζουνε και να τσι ξαναπαιζουν.
-- Ποιοι βρε τα ξαναπαιζουν? Οι αχμακηδες? Αυτοι που δεν τα βγαλαν απο τη δικη τους γκλαβα και τα βλεπουν μεσα εις τους τρύπους? Και ποιοι χορευουνε μαυτους? Χαντουμηδες? Αντες, κιας πουμε πως θαρθει και μία μερα και θακουνε οτι γουσταρουνε, οτι θα πατατάν ενα κομβιον, σαν και αυτο οπου εχει το ανεψουδι σου, ο Φεντερικο Γκρατσιαπλένα απο τη στολη του μακαριτη Μπάροουζ και παιζει. Τι ελεγα?... με κουρασες καμπουρη… αηντε και πες οτι πατατάν λοιπον ενα κουμπι και μας ακουνε εμας τους δυο την ωρα που την παιζουμε. Τι ακουνε βρε χαρδβαλλε? Αυτό που ακουμε και εμεις πριν το φυσηξουμε? Τον ιδιο το θεο να μας μιλαει? Και σκουντουφλαμε για να τον προφτασουμε? Το τρεχα-γυρευε θ’ακουν εκεινοι. Και θα νομιζουν ότι πιασαν τον Προφητη από τα γεννεια. Χαηβανι! Ε χαηβανι!
Κατι σκυλια τρεξανε καταπανω τους, ηρθαν και τους μυρισανε. Φυγαν, το ένα εμεινε και ακολουθουσε.
-- Κιαν ημασταν αγιογραφοι βρε Μιχαρατζουνα? Όπως ο Πρασσοσεληνος κι ο Βανορούμπλιοφος?
-- Παλι τα ιδια θαχαμε, Γαβριλη φιλε μου.. παλι τα ιδια.. εμεις θα τρωγαμαν ολον τον τρακο από τα θεια δωματα πανω στην σκαλωσια και οι αποξω θαλεγαν, ωραίονννν! Και μετα θα πηγαιναν κατουρημα.
-- Ενγλυφτες? Ποιηταδες?
-- Τωρα μαλιστα,.αυτοι οι τελευταιοι είναι που μερα νυχτα κλαινε.
-- Και δεν θα αφηναμε ρε μανα μου ένα από αυτά που τολεγε, πως τολεγε? Εργο τεχνης? Θα το αφηναμε αυτό.
Ο Μιχαρατζουνας εκοντοσταθη τωρα, ο ηλιος ειχε φανει και η αχλυς των οριζοντων διελυετο. Οι φωνες των γυναικων ηκουοντο πλεον σαφεις και οξυτονες αναδυομενες από τας περιφρακτους προσαυλωνας των οικιων. Εν βρεφος εσκουιζεν. Τα παντα εξηρχοντο της βραδυης ναρκης ραγδαιως και φωταγωγως. Εκοντοσταθη και εφανη πως εσυνεσκεπτετο μεθ’ εαυτου.
-- Ελα, ελα, πεστο… τον εκεντησεν ο Γαβρηλιάνος οστις τον εγνωριζεν τι σηπια ποταμισια είναι τος.
Ο Μιχαράτζουνας εκοιταζεν τωρα τα χώματα.
-- Κερηθρα και κανελλα… εψιθυρισεν, κερηθρα και κανελλα στα λογακια μας καημενε. Σαν να ψηλωσαμε πολύ τον αμανε εσυ και γω. Αηντες, μη σερνεσαι, προχωρα. Φτασαμαν. Αμε να φτειασεις το πληγουρι εσυ, κι εγω θα παω στου μπαρμπα μου του Ταβλαδάρχη για να φερω το λαρδι. Και ο,τι ειμαστε ειμαστε, και ο,τι είναι οι υπολοιποι είναι κι αυτοι. Και παλι τυχεροι σου λεω, εμεις το παιζουμε μία και παει, χανεται, βουρ για καινουργιο. Για βαστα με τους αλλους για να δεις τι γινεται…Το σπα ποτε το αγαλμα ο ενγλυφτης? Τα σίηει τα χαρτία του ο ποιητης? Ασε που και να τα σιηείσει οφελος το ποίον? Ξαιρει το ποιμα του αποξω και τον τυρανναει μια ζωη Γαβρήλλο. Ενώ εμεις τα απολάβαμε απαντα οσο τα κατεβαζουμε και τα λαλουμε, με καταλαβες?
-- Και η Κυρα η Τεχνη που ελεγε ο Σανδανιολλας?
-- Αυτηνα μην την νοιαζεσαι πτωχε, διοτι αμα δεν παθανει δεν ξαναγεννιεται και δεν ζει, ετσι το εχει χουι. Πριν καν κωλοψυχησει αναχαντρωνεται. Aφηνει βεβαια τεκνία μπολικα, παπυρους, ζουγραφίες, εκκλησιές, κανουν και θαματα. Αλλα τα μπασταρδα, μονο που δεν γεννοβολανε, είναι στερφα. Ψωφησταρέες όλα τους. Αντε και απο κανενα, αν είναι και βαρυ, να πεσει σε κανα καυκάλιον και να του κατεβασει καμια ιδεοληψια. Και τι εγινε? Η Τεχνη μανγκα μου, είναι Κυρα, που ερχεται και σε φτειαχνει, μεχρι…μεχρι… μεχρι που θα πεις το Αμαν! και θα τα ριξεις. Επειτα φευγει, παει σε αλλον. Και οποιος τα κραταει και τα καμαρωνει και τα δειχνει είναι μεγααααλος μαλακας. Στη φωτια! Στη φωτια! Γκαβλοσαλιάγκοι, στη φωτια ριχτε τα όλα μαζι με την τελευταια πινελια αν θελετε να εχετε δικια σας την Κυρα και να σας γλυφει μια ζωη μεχρι και να της ξεραθει η γλωσσα! Κατσε τωρα! Που πας!... συνεχισε ξαναμενος και πυρροφρων ο Μιχάλματσουκ… να πα να γαμηθει ο Λιαρδας και ο γαμος του! θα τον προφτακωμεν! Βγαλτην και μου κατεβηκε ενας πλαγιος του πρωτου που δεν τον εχομεν αυλισει ουτε καν στον υπνο μας ως τωρα.!
Και ο Γαβριλιάνγκας και ο Μιχάλματζούκανος, αρχισαν να το παιζουνε αργα, βαδιζοντες στα πρωτα σπιτια του χωριού, ολοφουρφούριοι και ολογαλιώντες, ενώ τα καρρα με τα νυσταλεα βούδια σύροντα, ηδη ακτίνιζαν τον καμπον....
Τεχνη η ζωσα.
Ο Γαβρηλιγκανος και ο Μιχαλαντζουνας, οι δυο φιλοι, αφου ψευτοξημερωσε διπλωσανε τις γκάιντες και σταματησαν και το τραγουδι. Αυτο το κατι, σαν αχος αντιλαλος, ερχοταν απo τα γυρω βουνα. Tο αντιβουητο απο το ολονυχτιο το παιξιμο τους.
-- Ακους Μιχαλαντζουνα? Ρωτησε ο Γαβρηλογκανος.
-- Ακουω αλλα οπου ναναι θα χαθει. Ειναι τα ζωντανα του δασους που φτειαχτηκανε με το παιχνιδι μας.
-- Τους αρεσε λες, ε? Ξανα τον ρωτησε ο Γαβρηλογκανος.
-- Εμ δεν τa ακουεις? Αντιλαλουνε. Αλλα θα σβυσει. Μοναχα οσο κραταει χαιρονται.
-- Ενω εμεις την καταβρηκαμε, ετσι?
-- Τι μαλαπερδες αμολας βρε Γαβρηλογκανε! Πρωτη φορα την καταβρηκαμε?
-- Ναι βρε Μιχαρ μαντζουνα…
-- Ναι και ξεναι! Εκκολησον! Ταχεια το βραδυ παιζουμε στον γαμο του Φερναποδου, αηντε, βημα ταχυ!
Επιασανε τον δρομο και το μονοπατι, ρεμα ρεμα, κατα το χωριο. Εστιες ειχαν αναφθει και στην ακυμαντον γλαυκοαχλυν που εσερνε η εσθητα της κορης του Δια πανω από τον καμπο, λευτερωναν το αναθρωσκον ιχνος των, ως καθημερινες πτωχοσπονδαρισες.
-- Μιχαρμαντζούνα, ξαναρωτησε ο Γαβρηλόγκανος καθως ειχε κοντοσταθει να βγαλει μια σκληρη αγκαθα απο το πελμα του, εχω σκοπο που σε ρωταω…
-- Τι σκοπο? Εμεις παιζουμε για το κεφι μας και οι αλλοι το χορευουνε. Αυτο το ξαιρεις.
Ο Γαβρηλόγκανος την εβγαλε και ορθοστατησε και η διπλωμενη γκάιντα του αναστεναξε καθως σηκωθηκε.
-- Ακου γιατι σε ερωτω. Θυμασαι περσι της Αγιατριαδας, που ειχε περασει κι ετυχε να μας ακουσει ο Σαντανιάλλας ο αρχιευνουχος? Θυμασαι τα δωρλικια που μας αφηκεν? Τα θυμασαι αλλεπαλληλως αφου κρεμενται ακομα το πεντοφλουρο απο το σβερκο σου. Θυμασαι πως μας ειχε αποκαλεσει στο ξεπροβοδιο?
-- Ναι, καλιτεχνες. Ετσι μας λεγουσι εμας εκει στην Νουπολήρωμη.
-- Ρωτησα κι εμαθα… ολο το χρονο το εψαχνα. Αφου αρεσουν τοσο τα τραγουδια μας πρεπει να βρουμε τροπο να τα γραψουμε.
-- Γραφονται ρε μαλακα οι αηδωνολαλίες? Ληρα ληρεις! Αντε προχωρα και μη σερνεσαι.
-- Και ομως γραφονται! Αν ηταν λεξεις θα γραφοντουσαν. Και ακουσα οτι στην Νουπολήρωμη εχουνε βρει κατι τρύπους οπου τις χωνουνε μεσα τις μουσικες και δυνανται οποτε θελουν να τσι βγαζουνε και να τσι ξαναπαιζουν.
-- Ποιοι βρε τα ξαναπαιζουν? Οι αχμακηδες? Αυτοι που δεν τα βγαλαν απο τη δικη τους γκλαβα και τα βλεπουν μεσα εις τους τρύπους? Και ποιοι χορευουνε μαυτους? Χαντουμηδες? Αντες, κιας πουμε πως θαρθει και μία μερα και θακουνε οτι γουσταρουνε, οτι θα πατατάν ενα κομβιον, σαν και αυτο οπου εχει το ανεψουδι σου, ο Φεντερικο Γκρατσιαπλένα απο τη στολη του μακαριτη Μπάροουζ και παιζει. Τι ελεγα?... με κουρασες καμπουρη… αηντε και πες οτι πατατάν λοιπον ενα κουμπι και μας ακουνε εμας τους δυο την ωρα που την παιζουμε. Τι ακουνε βρε χαρδβαλλε? Αυτό που ακουμε και εμεις πριν το φυσηξουμε? Τον ιδιο το θεο να μας μιλαει? Και σκουντουφλαμε για να τον προφτασουμε? Το τρεχα-γυρευε θ’ακουν εκεινοι. Και θα νομιζουν ότι πιασαν τον Προφητη από τα γεννεια. Χαηβανι! Ε χαηβανι!
Κατι σκυλια τρεξανε καταπανω τους, ηρθαν και τους μυρισανε. Φυγαν, το ένα εμεινε και ακολουθουσε.
-- Κιαν ημασταν αγιογραφοι βρε Μιχαρατζουνα? Όπως ο Πρασσοσεληνος κι ο Βανορούμπλιοφος?
-- Παλι τα ιδια θαχαμε, Γαβριλη φιλε μου.. παλι τα ιδια.. εμεις θα τρωγαμαν ολον τον τρακο από τα θεια δωματα πανω στην σκαλωσια και οι αποξω θαλεγαν, ωραίονννν! Και μετα θα πηγαιναν κατουρημα.
-- Ενγλυφτες? Ποιηταδες?
-- Τωρα μαλιστα,.αυτοι οι τελευταιοι είναι που μερα νυχτα κλαινε.
-- Και δεν θα αφηναμε ρε μανα μου ένα από αυτά που τολεγε, πως τολεγε? Εργο τεχνης? Θα το αφηναμε αυτό.
Ο Μιχαρατζουνας εκοντοσταθη τωρα, ο ηλιος ειχε φανει και η αχλυς των οριζοντων διελυετο. Οι φωνες των γυναικων ηκουοντο πλεον σαφεις και οξυτονες αναδυομενες από τας περιφρακτους προσαυλωνας των οικιων. Εν βρεφος εσκουιζεν. Τα παντα εξηρχοντο της βραδυης ναρκης ραγδαιως και φωταγωγως. Εκοντοσταθη και εφανη πως εσυνεσκεπτετο μεθ’ εαυτου.
-- Ελα, ελα, πεστο… τον εκεντησεν ο Γαβρηλιάνος οστις τον εγνωριζεν τι σηπια ποταμισια είναι τος.
Ο Μιχαράτζουνας εκοιταζεν τωρα τα χώματα.
-- Κερηθρα και κανελλα… εψιθυρισεν, κερηθρα και κανελλα στα λογακια μας καημενε. Σαν να ψηλωσαμε πολύ τον αμανε εσυ και γω. Αηντες, μη σερνεσαι, προχωρα. Φτασαμαν. Αμε να φτειασεις το πληγουρι εσυ, κι εγω θα παω στου μπαρμπα μου του Ταβλαδάρχη για να φερω το λαρδι. Και ο,τι ειμαστε ειμαστε, και ο,τι είναι οι υπολοιποι είναι κι αυτοι. Και παλι τυχεροι σου λεω, εμεις το παιζουμε μία και παει, χανεται, βουρ για καινουργιο. Για βαστα με τους αλλους για να δεις τι γινεται…Το σπα ποτε το αγαλμα ο ενγλυφτης? Τα σίηει τα χαρτία του ο ποιητης? Ασε που και να τα σιηείσει οφελος το ποίον? Ξαιρει το ποιμα του αποξω και τον τυρανναει μια ζωη Γαβρήλλο. Ενώ εμεις τα απολάβαμε απαντα οσο τα κατεβαζουμε και τα λαλουμε, με καταλαβες?
-- Και η Κυρα η Τεχνη που ελεγε ο Σανδανιολλας?
-- Αυτηνα μην την νοιαζεσαι πτωχε, διοτι αμα δεν παθανει δεν ξαναγεννιεται και δεν ζει, ετσι το εχει χουι. Πριν καν κωλοψυχησει αναχαντρωνεται. Aφηνει βεβαια τεκνία μπολικα, παπυρους, ζουγραφίες, εκκλησιές, κανουν και θαματα. Αλλα τα μπασταρδα, μονο που δεν γεννοβολανε, είναι στερφα. Ψωφησταρέες όλα τους. Αντε και απο κανενα, αν είναι και βαρυ, να πεσει σε κανα καυκάλιον και να του κατεβασει καμια ιδεοληψια. Και τι εγινε? Η Τεχνη μανγκα μου, είναι Κυρα, που ερχεται και σε φτειαχνει, μεχρι…μεχρι… μεχρι που θα πεις το Αμαν! και θα τα ριξεις. Επειτα φευγει, παει σε αλλον. Και οποιος τα κραταει και τα καμαρωνει και τα δειχνει είναι μεγααααλος μαλακας. Στη φωτια! Στη φωτια! Γκαβλοσαλιάγκοι, στη φωτια ριχτε τα όλα μαζι με την τελευταια πινελια αν θελετε να εχετε δικια σας την Κυρα και να σας γλυφει μια ζωη μεχρι και να της ξεραθει η γλωσσα! Κατσε τωρα! Που πας!... συνεχισε ξαναμενος και πυρροφρων ο Μιχάλματσουκ… να πα να γαμηθει ο Λιαρδας και ο γαμος του! θα τον προφτακωμεν! Βγαλτην και μου κατεβηκε ενας πλαγιος του πρωτου που δεν τον εχομεν αυλισει ουτε καν στον υπνο μας ως τωρα.!
Και ο Γαβριλιάνγκας και ο Μιχάλματζούκανος, αρχισαν να το παιζουνε αργα, βαδιζοντες στα πρωτα σπιτια του χωριού, ολοφουρφούριοι και ολογαλιώντες, ενώ τα καρρα με τα νυσταλεα βούδια σύροντα, ηδη ακτίνιζαν τον καμπον....
.
.

11 σχόλια:
Ασύμμετρος πόρτα όπως λέμε ασύμμετρος απειλή;
φιλε και όμοιε ΛΑΚΩΝΑ
αφ ενος εχω βαρεθει
αφ ετΑΙρου πρεπει να συνεχισω
και κατα τριτον
οφειλω τις μαλακιες που μουρχονται στο μαλό να τις μετατρεπω σε αριστουργηματικές [μαλακιες]
οταν ειδα το ΤΡΑΚΟΣΙΟΙ το μονο που θυμαμαι ειναι που καποιος Λακωνας εβρισε τους Αθηναιους κατηγορώντας τους για παιδεραστες.
Οπότε, δεν πα ναχει δυο πόρτες η ζωη... Εγω θα γράψω για τη Μουσική!
ΚΟΣΤΑΣ
ΚΟΨΕ ΤΑ ΞΥΔΙΑ ΕΙΠΑΜΕ....
άντε μπρε, που θες και αντιδράσεις
πάρε να έχεις
θλιβερό 0,5
αδιάφορο 0
αποκρουστικό 0,5
μην περιμένεις καλλίτερο σχόλιο από πεθαμένο αναγνώστη
κουμπάρε αγαπητέ πολύ
καλα πως μπηκες εδω μεσα, αφου το εχω κανει αποκρυψη.....
γ να ελενξω.....
Θείο Ντόναλντ
μούγινες κάτι σαν Σαμουήλ Μπε(ρε)κέτης
Χιούης
ανηψιέ,
την εχω δει την παρασταση, 17-18 χρονω, στο ΚΘΒΕ, και στη συνεχεια ειδα μετα απο χρονια οτι εχει μεινει ιστορική. το ιδιο και το Ω ΟΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΕΣ ΜΕΡΕΣ, που και αυτην την ειδα. νομιζω οτι και τα δυο τα ειχε σκηνοθετησει η Χριστινα Τσιγκου.
το αποτελεσμα ηταν, εν συνεχεια, να σταματησω να πηγαινω θεατρο. δηλαδη. πηγα σε καμποσες ακομα, και αν εξαιρεσεις το Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡ του Καλντερον, που το θυμαμαι ακομα, επεσα πανω σε φεσια. ε λοιπον, στο δευτερο φεσι εφυγα απο τα μεσα της παραστασης και θεατρο ΔΕΝ ξαναπατησα.
ευχαριστως ομως θα πηγαινα σε καμια επιθεορηση απο αυτες που με πηγενε πιτσιρικά το 55-57 στην Αθηνα ο γερος μου, με Μαγια Μελαγια,Κουλη Στολίγκα κλπ
Μια που θυμαμαι λεγοταν ΑΣΠΡΟ ΜΑΥΡΟ ΚΑΙ ΖΕΡΟ και την επαιζε ενα θεατρο γωνιακο, στην κατω γωνια Ιποκρατους και πανεπιστημίου [?] πως διαλο λεγεται ο δρομος εκεινος τελος παντων.
Δε γασμεις... σελαβί.
ιδεοληπτικά ψύχωση... απλώς
οσμίζομαι πως καταφτάνει ο καιρός...
Λιούης
Ανηψίε Λίουη,
Χάθηκες.
Χαθήκαμε, για να ακριβολογήσω.
Και πούσαι!
'' καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα παραπούλια ''.
Κυρριλικό αλφάβητο ή κυριλλέ κατάσταση;
ΛΑΚΩΝ
Ντοτογιέκυ, Ντοτογιέκυ...
Ούτε Κύριλλος ούτε κυριλέ.
Ντοτογιέκυ...
Δημοσίευση σχολίου