Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2008

Περί των ευωνύμων παραλήρημα.

.
.
Tης μάνα σ’ το μουνί
Που το γαμούν οι Γερμανοί
Από κάτω απ΄το σκαμνί
Για μια μπουκιά ψωμί….

Είχα την αγαθή τύχη, την έμμετρη αυτή βρισιά να την τραγουδήσω, τη λέγαμε βρίζοντας τις αντίπαλες παιδικές συμμορίες, από απόσταση, στην Πτολεμα’ι΄δα του ’57. Ακούγοντάς την τώρα ένα παιδί θα αναρωτηθεί γιατί οι Γερμανοί και όχι οι Κινέζοι ή οι Αυστραλοί. Τότε ήταν απλό, οι Γερμανοί είχαν φύγει πριν δώδεκα χρόνια, σα να λέμε το 1996. Βέβαια ενδεχομένως σε άλλες περιοχές, όπως το Πήλιο ή κάποια νησιά, η τραγουδιστή βρισιά να ανέφερε Ιταλούς. Εκείνο όμως που την ανεβάζει στο επίπεδο του υψηλού, άφθαστου πορνό, είναι το ‘’..για μια μπουκιά ψωμί..’’ Για σκέψου λίγο. Και από κάτω από το σκαμνί, και μασουλώντας θεονήστικη ένα ξεροκόμματο… Και βέβαια, το άριστον και το μεγαλειώδες, το αφηρημένο του όλου και συνάμα το ειδικότερο και χειροπιαστά συγκεκριμένο, είναι το γεγονός ότι έχει αποκολληθεί από την μητέρα του υβριζόμενου, δεν βατεύουν αυτήν, η ύβρις ‘’ σου γαμώ τη μάνα ’’ που σε στέλνει μονο πεντε χρονια με αναστολή αν καθαρίσεις τον υβριστή εν θερμώ ωχριά μπροστά της, δεν σου γαμούν οι Γερμανοί τη μάνα, αυτήν εσύ τη βλέπεις κρυμμένος μέσα στο ντουλάπι, απ τη χαραμάδα, να μασουλάει το ξεροκόμματο, αλλά το όργανό της αποκομμένο από το σώμα της, σαν τόπι, πατ-πατ-πατ, το έχουν, και το παίζουν και το κάνουν ότι θέλουν, μία ψηλά, μιά χαμηλά, μιά στην αντίπαλη εστία, απόκρουση, κεφαλιά, σουτ, γκώώώλλλλ!! Έλα τωρα κι εσύ Φρίτς! Παίξε μπάλα.

Πρώτη φορά όμως που πρόφερα αυτή την αγία λέξη, έφαγα σκαμπίλι. Ήμουν στην πρώτη του δημοτικού στον Αη-Στράτη. Σε σχολειό μονοτάξιο με δεκαοχτώ παιδιά όλα κι όλα. Φλώρος νεοφερμένος από την Αθήνα ανάμεσα στα παιδιά των ψαράδων που αυτοκίνητο δεν είχαν δει ούτε φωτογραφία και με έβλεπαν σα φρούτο. Θυμάμαι ένα σούρουπο, με βρήκαν στην αμμουδιά, με στρίμωξαν , με περικύκλωσαν σα λυκόπουλα πίσω από μία ψαρόβαρκα αλαλάζοντας και με ξεβράκωσαν. Μου κατεβάσαν το παντελονάκι, το βρακί ουρλιάζοντας και χοροπηδώντας. Εγώ βέβαια έκλαιγα. Και με αγρίεψαν, ότι, ‘’..να μην το πείς στη μάνα σου γιατί θα ‘ρθούμε και θα σε σκοτώσουμεεεεε…΄΄. Ενώ ένα που με έδειχνε συνέχεια με το δάχτυλο μέσα στα μούτρα φώναζε σα παλαβό, ΄΄..περνούσα εξω από το σπίτι του και τον άκουγα που φώναζε συνέχεια μαμααααα μαμααααα…..΄΄ Τώρα γελάω βέβαια αλλά έχουν περάσει τόσα χρόνια. Και όλο λέω να πάω κάθε καλοκαίρι στον Αη-Στράτη, να βρώ τον Διογένη που καμάρωνε ότι ο πατέρας του είναι χαμάλης στα κα’ί’κια, να πιούμε ένα κρασί, και όλο δεν το κάνω. Με είχε πιάσει λοιπόν μέσα στην τάξη ο Διογένης και μου ψιθύρισε στο αυτί, ΄΄..να πεις στο δάσκαλο ότι ο Θανάσης είπε μουνί! ΄΄ Φωνάζω λοιπόν δυνατά,χωρίς να ξέρω βέβαια τι λέω ΄΄Κύριε! Κύριε! Ο Θανάσης είπε ΜΟΥΝΙ !΄΄ Εφαγα το σκαμπίλι ενώ τα κωλόπαιδα έσκαγαν στα γέλια ομαδικά. Αυτό συνέβη όταν πρωτοπρόφερα αυτή τη λέξη και το θυμάμαι ακόμα. Eλπίζω πάντως πως όταν για τελευταία φορα θα την εκφέρω δεν θα είναι όπως ο γέρος που ξεψύχαγε στο κρεβάτι, στο TESS του Πολάνσκι, και φώναξε τη νοσοκόμα, αυτή τον καβάλησε πάνω στα μούτρα του, το έδειξε, το είδε ο γέρος, το επικαλέστηκε ψιθυριστά και ξεψύχησε.

Στη συνέχεια μεγαλώνοντας και αφού είχα αντιληφθεί πια τι σημαίνει , απέφευγα να την εκστομίζω, γενικώς και ειδικώς. Παρ’ όλο που οι θειές μου, εκ μητρός, μικρό παιδί, μ’ έβαζαν κάτω και την έλεγαν, να μάθω να τη λέω με το ζόρι, αλλά όχι ολόσωστη πάρεξ ή κρυπτογραφημένη ως βρισιά, ΄΄τσμά-τσμί΄΄, και βέβαια μετά μου εξηγούσαν πως θα πεί ‘’της μάνα’ σ’ το μ’νί’’ ή ως εξορκισμό κατά της αβασκανίας. ΄΄Αράπ’κο μ’νί στα μάτια σ’΄΄. Μέχρι και ο γέρος μου την έλεγε τακτικά σε τσιμπούσια αλλά υπο μορφή σαχλού ξενέρωτου σόκιν.

Τελικά όταν το καταπρωτόειδα, ήταν εκεί γυρω στα δέκα, όπου είχαμε πάει στη θειά μου στη Θεσσαλονίκη, και τα μεσημέρια, επιστρέφοντας από το μπάνιο που κάναμε στη βραχώδη παραλία στη στάση Ανάληψη, μπαίναμε στο λουτρό για ντούζ. Ηταν ένα μαύρο πράμα κολλημένο στο σώμα της και μάλλον απεχθές, παρ’ όλο που η θειά, μου το επιδείκνυε απροκάλυπτα. Και καλά έκανε, με τη λογική να μην πουστέψει το αγόρι της οικογένειας. Να μάθει από μικρός που οδηγεί ο σωστός δρόμος . Εκεί έμεινε όμως η θειά μου, δεν προχώρησε δυστυχώς την καθοδήγηση ως το κρεβάτι, προφανώς επειδή οι οικογένειές μας ήσαν αστικές. Ενώ αν ήμασταν ολίγον γύφτοι… οι έστω πολύ αριστοκράτες….

Αντίθετα το ίδιο καλοκαίρι, έτυχε ένα μεσημέρι να δω ένα γειτονάκι, πολύ μικρότερό μου, ένα κοριτσάκι που βρεχόταν στην αυλή γυμνούλι με το λάστιχο και τρελάθηκα! Δεν ξερω γιατί, ίσως επειδή ήταν στα μέτρα μου, ίσως γιατί το έβλεπα από απόσταση χωρίς να ξέρει, ίσως εντέλει επειδή ήταν ακόμα εντελώς άτριχο, λείο και αλαβάστρινο και όχι σαν τα μαλλιαρά άγρια ζώα που δαγκάνουν.

Έφτασε τελικά η ώρα και ήρθα φάτσα-κάρτα μαζί του. Πλην όμως για καμπόσα χρόνια ήταν σαν και να μην το έβλεπα, σαν να το αγνοώ. Ενώ ολημερίς και ολονυχτίς πάλεβα μαζί του ουδέποτε ενέσκηψα να το μελετήσω, να ενεργήσω αυτοψία επ’ αυτού. Παρά τις ανατομικές του λεπτομέρειες προτιμούσα να τις μελετώ εικονογραφημένες στο βιβλίο ανατομικής του Σάββα. Μέχρι που δεύτερο έτος στη σχολή, μου έτυχε και μπήκα στο μουσείο του ανατομίου και έπεσα πάνω σε ένα πού το είχαν ως παρασκεύασμα στη γυάλα, στη φορμόλη, κιτρινωπό και παχύτατο.

Από εκείνη τη στιγμή άλλαξα πορεία, καταπιάστηκα να μάθω απ’ έξω κι ανακατωτά την ανατομία του ζωντανού. Σε όλες τις φάσεις και τις παρεκβάσεις του. Έπεσα με τα μούτρα πάνω του και την πάτησα. Ξέμεινα εκεί, κολλημένος. Είχε όμως ένα καλό αυτό το πάθημα. Μου ενέπνευσε μια ελαφριά διαστροφή. Να το θεωρώ σαν αυθύπαρκτο όν. Εντελώς διάφορο από το σώμα που το φέρει, το κορμί που το νέμεται, το πνεύμα που το διακονεί.


Το φιλάς απαλά και αντιδρά σαν τα φύλλα της λεύκας στην αύρα. Το ανασταίνεις και ανοίγουνε στήμονες, πέταλα, μίσχος. Το αγγίζεις και βλέπεις φυτό σαρκοφάγο. Δοκιμάζεις τα γράδα του, ο μούστος κοχλάζει, μεθάς απ’ τους θύμους. Και όταν βρώσιμο , σαν Ωμοφάγος Διόνυσος τον κυκεώνα του μεταλαμβάνεις, Πύθωνας Δελφικός, στα άδυτα της κρύπτης του ιερού , τανύμενος έως το έπακρο του απείρου, παιδί στις μύτες των ποδιών πάνω στο φράχτη, το χέρι του να πιάσει το φεγγάρι γίνεσαι. Και όλα σου τα αναθύματα εκεί, μέσα στην κόχη του τα αποθέτεις, λευκό πυρ υγρό, στο βωμό του. Αφέσου, ω Πύθωνα, μαχαιρωμένε όμορφα να σε ζυμώσει η Μέδουσα στα υγρά της πλοκάμια, με τον ύπνο, του Θάνατου αδερφό, να σκέπει τα μέλη σου. Η Ωραία Ελένη σε δέχτηκε, η Αθηνά σε κορμί Αφροδίτης. Ως ημίθεος λάμπεις, ως άστρο μέσ’ το μουνί της.


Καμπόσοι ισχυρίζονται ότι υπάρχουν στο καορμί μας τα κατάλοιπα του άλλου φύλλου. Και γιατί όχι? Δεν έχω ρόγες? Όλοι οι άντρες έχουν και μάλιστα ούτε που δίνουν σημασία, άχρηστες και αχρείαστες. Παρ’ όλο που όταν τις γραντζουνάς στήνονται και σκληραίνουν Αυτό όμως δεν το βλέπω πουθενά επάνω μου. Όσο και αν ψάχνομαι. Ούτε το ελάχιστο κατάλοιπο. Και όμως. Πρέπει να υπάρχει. Θα έχει μείνει μέσα μου αόρατο. Χωρίς κάποια ανατομική μορφή. Μετασχηματισμένο σε διάθεση. Ίσως να είναι αυτή η διάθεση που ενυπάρχει μέσα σου να δεχτείς. Να επιτρέψεις να εμφυλοχωρήσουν οι διαθέσεις κάποιου άλλου που σε θέλει, που ζητά σε σένα να βρει κατι που θα το οικειοποιηθεί, κατι που θα του δωσει ικανοποίηση. Ίσως να είναι αυτή η μη ορατή, άυλη τρύπα που έχουμε και δια μέσου της οποίας μπαινοβγαίνουμε ο ένας στον άλλον γονιμοποιώντας τις ιδέες μας, ενδυναμώνοντας τα αισθήματά μας. Ίσως να είναι δηλαδή η σύριγγα, το λαγούμι, μέσα από το οποίο διαχέεται και κυκλοφορεί αυτό που ονομάζουμε αγάπη.
.
.
Γιατί δηλαδή, ο Χριστούλης από πού βγήκε?





10 σχόλια:

Γουφ είπε...

ΖΗΤΩ ΣΥΓΝΩΜΗ ΑΠΟ ΟΛΕΣ ΚΑΙ ΟΛΟΥΣ ΑΛΛΑ ΚΑΤ ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΣΤ, ΣΤΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕ ΘΑ ΑΠΑΝΤΗΣΩ. ΣΥΓΝΩΜΗ.

μελονικος είπε...

Φίλε Γιάννη είναι εξαίρετο.
Άξιζε που περιμέναμε.
Είναι όλα τα λεπτά.
Χαιρετώ.

nik-athenian είπε...

Μα είναι τελικά αυθύπαρκτο ον αγαπητέ. Είναι κι αυτό από τα πλάσματα του ιδεατού, φαντασιακού μας χώρου. Κατοικεί στον Πλατωνικό κόσμο των φαντασιώσεων του καθένα μας.

Καλό ποστ. Περιμένω ότι θα ζηλέψει ο φίλος σου ο Πετεφρής. Χα Χα.

Ανώνυμος είπε...

Γιάννη.
Ζηλεύω τον τρόπο που αποκαλύφθηκες στους αναγνώστες σου.
Είναι πιο δυνατός κι απ' το κείμενο.

Οδυσσέας

ATHENA είπε...

ΕΧΩ ΜΕΙΝΕΙ ΑΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΙ.

ΜΟΝΟ ΛΕΩ
ΟΝΤΩΣ ΔΕΝ ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ ΤΟ ΠΕΟΣ
ΓΥΡΩ ΑΠ ΤΗΝ ΟΥΡΗΘΡΑ ΕΧΕΙ ΚΑΤΙ ΑΠΕΙΡΟΕΛΑΧΙΣΤΑ ΜΟΥΝΟΧΕΙΛΑΚΙΑ

ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΕΙΝΑΙ
Ίσως να είναι δηλαδή η σύριγγα, το λαγούμι, μέσα από το οποίο διαχέεται και κυκλοφορεί αυτό που ονομάζουμε αγάπη.

ΣΕ ΦΙΛΩ

ATHENA είπε...

ΔΙΟΡΘΩΣΗ
ΚΑΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΑΝΑΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΑΜΦΟΤΕΡΩΝ ΕΙΝΑΙ η σύριγγα, το λαγούμι, μέσα από το οποίο διαχέεται και κυκλοφορεί αυτό που ονομάζουμε αγάπη.
ΣΕ ΞΑΝΑΦΙΛΩ

Ανώνυμος είπε...

Δεν ξέρω τι ονομάζουμε αγάπη αλλά με τέτοιο ξεγύμνωμα τσο λαγούμι υπάρχει πολύ κίνηση. Σε ζηλεύω.

Ξαδέρφη

melen είπε...

...
:))

ΠΕΤΕΦΡΗΣ είπε...

Ζήλεπσα,αλλα και με κάποια κρυφή υπερηφάνεια.

όπου ο Γούφας πορπατεί,
ο Πετεφρής στην αραχτή..

Νά σαι πάντα καλά, Γούφα, νά σαι πάντα καλά...

Ανώνυμος είπε...

αποδοση με λογια εικονας κι οι δυο πλευρες του καλησπερα