.H πόλις της Θεσσαλονίκης βέβαια, όπως και κάθε άλλη πόλη, δεν ειναι τιποτε παρα πλίνθοι και κέραμοι συν την φέρουσα ζωή και συν τα αισθήματα και τα συναισθήματα τόσον αυτων που τις κατοίκησαν καποτε και τωρα πλέον ουτε καν σαν αναμνηση δεν ζουν όσων και καποτε τις επισκεφτηκαν, έζησαν σε αυτες ή και απλά τις εχουν ακουστά.
.
Πόλεις διάσημες υπάρχουν αρκετές στη γή, φερ' ειπείν εκτός απο την Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντίνη εις την Αλγερίαν, μεγάλην επιροήν κατέχουν η Ουλάν Μπατόρ και η Φέζ. Αλλος βέβαια ονειρεύεται Λυών ή Παρισίους, Ρώμα ή Λεβερκούζεν, ιδίως εαν πάσχει εξ ισχυρών πονοκεφάλων.
.
Πρώτην αναφοράν εις την Θεσσαλονίκην έλαβα εις την πρωτη του δημοτικού, στον Αη-Στράτη απο τον δάσκαλο τον επονομαζόμενον απο τους ντόπιους ως ''το δασκαλάκι''. Το σχολειό ήταν μονοτάξιο πέτρινο στην κορφή του λόφου, πάνω απ' το χωριό, ανεμοβαρεμένο και με θέαν προς την νήσον της Λήμνου και τον Άθωνα, και το καημένο το δασκαλάκι, όντας Σαλονικιός πεταμένος εκει μαζί με τους αριστερους εξόριστους, όλο μας μίλαγε για αυτήν και μας είχε μάθει να τραγουδάμε το εμβατηριον
Τί ζητούν οι Βούλγαροι
μες τη Θεσσαλονίιιιιικη
τι ζητουν οι Βούλγαροι
σΈλληνικά χωριά!
Βέβαια ο άνθρωπος τοποθετεί τον θεό στη σφαίρα οσων δεν γνωρίζει. Αυτό ειναι σαφές διοτι εαν τον γνωριζε θα μας τον εδειχνε κι ολας. Ομως ο ανθρωπος θα βρισκεται ες αεί μεσα στη σφαιρα των οσων γνωρίζει. Και οπωσδήποτε το δέχομαι ότι ο ανθρωπος δικαιούται να πιστευει σε πραγματα τα οποια δεν γνωριζει όμως τοτε, αυτα παυουν να ειναι πραγματα που δεν γνωριζει και μετατρεπονται σε πραγματα που γνωριζει διοτι αποκλειεται να εννοιοποιήσει και να αισθηματικοκατανοοπροσεγγίσει κατι που δεν γνωρίζει μεσω του αγνωστου, θα το κανει μεσω του γνωστου. Οποτε τοτε ο θεός παυει να ανήκει στη σφαιρα του αγνωστου, μετακομιζει στη σφαιρα του γνωστου, επομενως δεν θα ειναι θεός. Ως λογικά λοιπον σκεπτόμενον ον ο ανθρωπος, εις την ερωτησιν περι του αν υπάρχει θεός οφείλει να απαντήσει ''η ερωτηση αυτη μου ειναι ακατανόητη''. Ετσι βεβαια αποτάσσει τον θεό εξω απο τη σφαίρα οχι μονο του γνωστου αλλα και του αγνωστου. Τι απομενει ομως εξω απο αυτας τας δυο σφαιρας? Ουτε καν τίποτα! Και εδω αρχινάει η τρελα. Διοτι ετσι διμηουργήται η εννοια του Υπερ-Αγνώστου, που πα να πει οτι ως ανθρωπος, δεν ειμαι ικανος με την εννοια ''αγνωστο'' να περιλάβω παρα μονο ενα τμημα του συνολικου αγνώστου.Εξω λοιπον απο το γνωστο, εξω και απο το αγνωστο ο θεός , εξω και απο το καν τιποτα...
.
Το κατα πρώτον παντως που γνωρισα τη Θεσσαλονίκη συνεβη από το αεροπλάνο, οταν ακόμα υπηρχε η ΤΑΕ αντι της Ολυμπιακής, μέσα σε μια ντακότα, η οποία κατα την προσγείωση στη Μίκρα έγερνε φοβερά και μούρχονταν στα μουτρα τα οργωμενα χωράφια των λοφίσκων του Πλαγιαρίου ή πως το λενε το χωριό τελος πάντων. Και η πίστα του αεροδρόμιου μάλιστα δεν ηταν τσιμεντενια αλλα απο εκεινα τα σιδερα με τις τρυπες που βλέπομεν στας ταινιας στα στρατιωτικα προχειρα αεροδρομια της Καμποσδίας και της Μπούρμας. '
.
Κατόπιν εισέβημεν σε ενα λεωφορειον και μετα τον ακατοικητον Φοίνικα, αριστερά, ενα ασβεστοκάμινο το οποιο μεχρι το ογδοντατοσο το χαιρετουσα, το στρατιωτικό νοσοκομειο στη τουρκοσουλτανοβίλα του Ντεπω, το με κοκκινα τουβλα χθαμαλόν πυργοκτίριο των προσκοπων στην Ανάληψη δίπλα εις το παραμυθένιο παλαιό πέμπτο, αυτα τα ενθυμούμαι καλότατα, και τελος την αφιξη στης θειάς μου, καπου Τσιμισκή και Ισαύρων, ε, με παρόμοια ονόματα στους δρόμους της, θα επρεπε να ειχα πάρει δρόμο πριν ανεβω απο τις σκάλες στον τρίτο αλλα ημουν μικρός και άγνους και ετσι ο αποχωρισμός απο αυτην την πόλη έμεινε για πολύ αργότερα.
.
Χωρίς θεό τι μου απομένει λοιπόν? Ειναι δύσκολο να ξεχασεις μια λέξη που την ακους συνεχεια απ' οταν γεννήθηκες και που μέχρι με αυτή θα σε ψέλνουνε και νεκρό, και ας μην την ακούεις τότε. Καπου μούρχεται μια θλίψη που θα τον αποχωριστώ. Σα νοσταλγία. Μιας άλλης εποχής. Και ξένοιαστης. Οπου οι άλλοι θα σε μεριμνούσαν για πάντα. Με την τρυφή της αθώας αμαρτίας. Με φώς παντού. Και με το τέλος πάντα ευτυχισμένο. Ενω τωρα πρέπει εγώ να φροντίζω τα πάντα. Πρέπει εγω να διμηουργώ τις δικαιοπραξίες μου. Πρεπει εγω το χρόνο της ζωής μου να τον κανω άπειρο. Δεν είναι κι άσχημα.. Βλέπω έννοιες αντίθετες να σμίγουν και να γίνονται μία, ομοούσια, μέχρι που το καλό και το κακό συγκλίνουν και παύουν να υπάρχουν. Ενώ τριγύρω μου τίποτα δεν αλλάζει, όλα υφίστανται οπως και πριν και συλλειτουργούν. Απλά όλα τα αγαπάς τωρα απείρως περισσότερο και εντελώς εξ ισου το κάθε ενα. Οσο αγαπω τον εαυτό μου το ίδιο ακριβώς και το χόρτο που το κόβω για να το βρασω να το φάγω.
.
Kαι μιας και λέμε για χόρτα, θυμήθηκα τον Χορτιάτη και τους Χορτατζήδες. Διοτι καθε τοσα χρόνια έφευγα και ξαναγυριζα εις την Θές άλλο Νίκη? Οπου επρόφτασα το χωριό αυτό με τα μισά σπίτια καμμένα απο τους Μερκελίστας, και εις τα πρανή του εσβυσμένου κρατήρος του ηφαιστείου, αγριογούρουνα μεσ΄τις καστσνιές, δυσθεωρήτως υψοπετείς και αιωνοβίως μελλοθάνατες. Τέρλος πράντων...
.
Τελειώνοντας την παραπάνο φράση πριν τρια λεπτα σηκώθηκα απο τον καναπέ όπου και ξαπλωμένος έγραφα και πηγα να φάω ένα μελομακάρονο. Είναι νόστιμα, σπιτικά, ντόπια, ξερικά, και με τα έφεραν πεσκέσι, άλλαξα όμως γνώμη καθ' οδόν, το ειδα βάρβαρο περασμενα μεσάνυχτα, και προτίμησα να φάω μισό μήλο. Στα δεξιά μου η μία φρουτιέρα είχε ένα μήλο πράσινο και δίπλα της η άλλη τρία κόκκινα.. Έκοψα ένα κόκκινο στη μέση, το καθάρισα προσέχοντας τα φλούδια να μην τα παραπετάξω και τότε μου ήρθε κατούρημα. Τράβηξα για το μέρος και στον διάδρομο είδα ότι ο Ρίτσος διάβαζε, δεν είχε κοιμηθεί ακόμα. Σκέφτηκα ότι ένα καλό θα ήταν αμέσως τώρα να του πω ότι τον αγαπώ. Κάθισα λοιπόν στο κρεββάτι του και το είπα.
-Πόσο με αγαπάς? με ρώτησε.
-Όσο τον εαυτό μου, του απάντησα.
Χλιμίντρισε ευχάριστα και με ρώτησε.
-Και τον εαυτό σου πόσο τον αγαπάς?
-Όσο το χόρτο που το κόβω για να το φάω.
Βάρεσε μία -φλάπ!- με το χέρι το κούτελο τότε και ανέκραξε
-Παναγιά μου, σούραααααα.....!
.
Γιαυτό λοιπόν, και έχοντας περάσει τη μισή μου σχεδόν ζωή στη Θεσσαλονίκη αποφάσισα απο αυτήν να θυμάμαι μόνο το Λευκό Πυργο, κι ετσι, ενα σωρό πίστευα ξεκινόντας το γραψίδι πως ειχα να γράψω αλλα βλέπω τωρα οτι μου φύγαν κατα τη διαδρομή. Και τι να πω για τον Πυργο της, όλοι τον ξέρουν, απο τοτε που χτίστηκε μεχρι όσο ζει η πόλη εκεί θα βρισκεται ίδιος και απαράλλαχτος , ενω , δοξασοι το θεό, τριγύρω του όλα θα αλλάζουν.
.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου