Παρασκευή 28 Μαΐου 2010

Συντρόφια, φύγαν οι φασίστες?

.
Λοιπόν, πάντα στο τέλος κατι μένει.
.
Χτες που δεν μ'έπιανε ο ύπνος και ειχε πανσεληνο, κοιταζα το νυχτερινό τοπίο και αναρωτήθηκα, αν μου ζητούσαν να μιλήσω για τον Γκετζ. με οσο δυνατόν λιγότερες λέξεις, και μάλιστα, λεγοντας κατι δικό του, τί θα έλεγα?

Το μόνο που θυμήθηκα ήταν αυτό, ''σκύλε μου, καλέ μου φίλε, πάρε τη μπριτζόλα σου και φύγε''.

Οπότε επειδή μου άρεσε αυτή η άσκηση και αργούσε το ξημέρωμα, είπα να κάνω ακριβώς το ίδιο για τον Πέτ. Αυτό το βρήκα πολύ εύκολα, στο πίτς φιτίλ'. ''Σκάστε πουλιά, η αγάπη μου κοιμάται..''

Ε, τότε ήρθε και η σειρά μου. Μια ωρα παιδευόμουνα αλλά στο τέλος κάτι μου ήρθε στο μυαλό απ' τα παλιά, ''Χάθηκε η μακρινή πολιτεία, μέσ' την ομίχλη που εσύ! έφερες..''
.
Χά χά !...
Χά χά !...
.

Τρίτη 25 Μαΐου 2010

Γουφ! είς Απόστολος.

ΑΓΙΑ ΝΙΝΑ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΤΩΝ ΡΩΣΣΩΝ.

Ως ωραίοι οι πόδες σου οι ζηλώσαντες ακολουθήσαι ταίς τρίβοις των αποστόλων Χριστού, Νίνα σκεύος Παρακλήτου παμφαέστατον όθεν τιμώντες σε πιστώς, Γεωργίας φρυκτωρέ φωτόλαμπρε, σε αιτούμεν ημών τα σκότη λιταίς σου της αγνωσίας πόρρω σκέδασον.
.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Και του χρόνου !

.
Αφού σε όλες τις Ωραίες Ελένες αλλά και στους Κώτσους και Κωστήκες ευχηθώ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ! θα σημειώσω πως το Κώστας ειναι ονομα Λατινικό ενω το Ελένη ειναι Ελληνικό, ετσι, το Κωσταντίνου και Ελένης, αποκλείεται να ειναι Τούρκικο!

Αντε πάλι τι εχω να τραβήξω σήμερα το βράδι με τις επισκέψεις δε λέγεται. Ευτυχώς φετος ο καιρός ειναι καλός γιατί πέρσι, Κωσταντίνου και Ελένης, έβρεχε κατακλυσμό, χάσ'ι κόζμ', και ειδαμε και παθαμε να παμε σε ολες και ολους τους Κωσταντίνου και Ελένης, βραδιαστήκαμε καλα καλα και σε μια δόση εσβυσε και η φακόνα και ΄πεσα μεσα στο ρέμα, άσε που οι γαλότσες ειχαν γινει ασήκωτες απο τη λάσπη, μ'έπεσε κι εσπασε και μια μπουκάλα βερμούτ που πήγαινα για δωρο στο δήμαρχο...

Εφτυχώς φέτος δε φοβάμαι μη μου σβύσ΄η φακόνα μ', έφερε ο ανηψίος μου μία με δυναμό, χωρίς μπαταρίες, διότι. Εχει μανέτο, το πατάς, και όσο το πατάς φορτώνει ο δυναμός και φέγγει. Τι σου ειναι αυτή η πιστίμ'ι βρε παιδιά...

Αντε,του Μικροκωσταντίνου σήμερα, ευχομαι ολοι να φορέσουμε το πουκάμισο της Ελένης, πάρτε και μια κουταλιά γλυκό απ τη γαβάθα, άειντε και ενα τσίπουρο με στραγαλάκια ζαχαρωμένα,καλό καλοκαίρ' ναχουμε, και του χρόν' !
,
.

Πέμπτη 20 Μαΐου 2010

Captain Beefheart & His Magic Band

Ειναι μεν εύλογο πλην όμως και παράλογο η βροχή να πίπτει εξ ουρανού, ειτε Ζαμπέτα παίζει το γραμμόφωνο είτε Nico συγχωρδίζουν οι δειλές φτέρες δίιζ ντέηζ, διατρυποαντανασκάπτουσες το χλωρό χώμα.

Καθότι Σόνικ Γιούθ τα Καβουράκια δεν ειχαν ανάγκη να μασήσουν, ναι, ο Σκαραμαγκάς επέπλεε ως λήθη τότε μιας Καββαδιογκάτσιας προβλήτας, αχ και αυτή η Δήμητρα, εμάς τους Άπιστους, μέσα στην Απιστία μας θα μας εγκαταλίψει ν'αποθάνουμε, σαν Σκύλλλες.

Γιαυτό κορίτσια, αχ, με μύστυσσα την Βαμβακόουλ και με Ω! μπροστάρη τον Κλεωνβίττη, Δε Κίνκς μας καλούν, μπορούμε ν'αποθάνουμε ένδοξα στην Ωρα μας, Ω! -Όλα στη θέση τους, όμορφα όλα όπως πάντα.
.

Τετάρτη 19 Μαΐου 2010

Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι - Φρανκ Σινάτρα, Κιμ Νόβακ - 1956

.

ΘΑ ‘ΘΕΛΑ

Θα ‘θελα
Θα ‘θελα
Να γίνω μέγας ποιητής
Και με δαφνόφυλλα σωρό
Να με στολίζουν
Να όμως που
Δεν με τραβάνε-όσο πρέπει-τα βιβλία
Και η ζωή μ’ απασχολεί τόσο πολύ
Και τους ανθρώπους αγαπώ τόσο πολύ
Που δε μου είναι μπορετό να γράφω πάντα
Μονάχα περί ανέμων
Και υδάτων.

Mπόρις Βιάν



Κρυφές αγάπες

λοιπόν
κυρίες μου και κύριοι βαρέθηκα
να κοιτάζω τ'αστέρια
βαρέθηκα
να χαίρομαι για
τα δεινά του ανθρώπου
να
πενθώ για τις χαρές της ζωής

κι όμως
αυτό το βαρέθηκα
κάτι μου λέει
κάτι μου ψιθυρίζει στο αφτί της καρδιάς
πως δεν είναι το τέλος
δεν
είναι το τέλος

είναι η αρχή.
--
Γούφας
.
----------------------------------------

Πως μαγειρεύεται η Φασολάδα.

Απολαμβανει κανεις μια φασολαδα μονον όταν είναι πολύ πεινασμενος. Εδώ εγκειται η αντιφασις αλλα και η γοητεια… Μια σωστα παρασκευασμενη φασολαδα είναι φαγητο αφανταστα δαπανηρο και απαιτει τα εξης πολυεξοδα συστατικα. Ματακια τουρσι. Όταν το νερο βρασει καλα, παιρνουμε με ξυλινη κουταλα δυο κουταλιες ματακια τουρσι και τα σκορπαμε στην κατσαρολα. Το μυστικο είναι τα ματακια να μην αρπαξουν, ώστε και μισοβρασμενα να δινουν την εντυπωση ότι μισοβλεπουν. Επισης δυο νεφρα μεσα στη φασολαδα δινουν γευση. Τα νεφρα να είναι υγιη και διχως πετρες. Επισης φρεσκοκομενα. Εγκεφαλικες ουσιες, κρεατοσιελα και πυκτομυελορροιες μαλλον είναι ενδειξις κακου γουστου. Η φασολαδα συνοδευεται παντα από τηγανιτα αμελετητα.Εδω το μυστικο είναι να τα στριψουμε πριν τα κοψουμε, διοτι μονον ετσι διατηρουν το αιμα τους και αποδιδουν την ιδιαιτερα λεπτη αρωματικη τους χροια. Το στριψιμο είναι δυσκολο και δεν επιτυγχανεται παντοτε, οι αντιδρασεις που συνανταμε είναι βιαιες και συχνα απροσδοκητες, ιδιαιτερα επειδη μετα από τοπικη αναισθησια αντενδυκνειται απολυτως, μονον η χειμαρωδης εκλυσις αδρεναλινης που προξενει το σοκ μπορει να χαρισει την εντελως ιδιαιτερη αρωματικη γευση στα αμελετητα. Το ιδιο και στο εκχυλισμα σπληνος. Αν δεν διαθετουμε, λογω φυλου, αμελετητα, μπορουμε να συνοδεψουμε την φασολαδα με τηγανητο στηθος. Κι εδώ θα αντιμετωπισουμε δυσκολιες, διοτι το μυστικο της επιτυχιας είναι η σωστη αποκοπη του στηθους. Η αποκοπη πρεπει να γινει εις βαθος, ώστε ολοκληρος ο γαλακτοποιος αδενας να παραληφθει αθικτος εντος της καψης του. Τωρα οσον αφορα το εκχυλισμα σπληνας, με το οποιο συνηθως τελειωνει μια φασολαδα θα πρεπει να αναφερουμε τα εξης.Θα εχετε ακουστα για τον περιφημο μαγειρα-παρασκευαστη Ζειν-Μον, ο οποιος κατορθωνε να παραλαμβανει εκχυλισμα από ζωντανη σπληνα ! Παγωμενο ενοειται διοτι στην θερμοκρασια του ζωντος σωματος είναι απαισιο. Ο Ζειν Μον κατορθωνε να διατηρει την σπληνα ζωντανη εντος της σπλαχνικης κοιλοτητος και ταυτοχρονα να την παγωνει γεμιζοντας το υπολοιπο της κοιλιας με παγοκυστεις, το δε εκχυλισμα το παρελαμβανε δια καταλληλου δις κεκαμενου σωληνος αναροφησεως. Η μεθοδος ταυτη ονομαζεται μεθοδος του Ζειν Μονος, αλλα παρα τα καταπληκτικα της αποτελασματα εγκατεληφθη διοτι εκτος από γνωσεις μαγειρου-παρασκευαστου απαιτει και γνωσεις χειρουργου, διοτι κατά την τοποθετησιν των παγοκυστεων εις τον κοιλιακον χωρον συνηθως προξενουνται θανατηφορες βλαβες με αποτελεσμα ο σπλην να μην διατηρειται επ αρκετον ζωντανος ώστε να παγωσει. Πιθανον να αναρωτηθειτε αγαπητοι μαθητες, γιατι τοτε δεν διδασκονται και στoiχεια χειρουργικης εις την Μεγαλην μας Σχολη. Σας υπενθυμιζω το πρωτο αρθρο του κανονισμου της σχολης το οποιο λεει ‘’Μαγειρος ναι – χειρουργος όχι’’. Εξ αλλου τον Ιουνιο που θα απιοφοιτησετε θα πρεπει μεταξυ των αλλων να ορκιστητε ότι ουδεποτε θα εκμαθετε μονοι σας την χειρουργικη επιστημη. Ο λογος αγαπητοι μου μαθητες είναι ο εξης. Γνωριζοντας την τεχνη της χειρουργικης είναι βεβαιον ότι θα saw καταλάβει ο πειρασμός να καταφαγετε μελη του ιδιου σας του σωματος. Κανεις χειρουργος μαγειρας δεν αντεξε για πολύ σε αυτόν τον πειρασμο. Και οποιος απαξ υποκυψει δεν προκειται σας βεβαιω να σταματησει παρα στο εσχατο σταδιο του αυτοφαγωματος του. Θα κατεβουμε τωρα στο υπογειο Μουσειο της Σχολης οπου θα σας επιδειξω το μονον εναπομειναν μελος του Ιδρυτου της Μεγαλης μας Σχολης, του χειρουργου- μαγειρα Ζειν-Μονος. Τας σιαγoνας του. Παρακαλω ας με οδηγησει καποιος…
.
.

Δευτέρα 17 Μαΐου 2010

Άλλα λόγια ν' αγαπιώμαστε...

.
Εφόσον δεν γίνεται να πσηφίζουν οι πλούσιοι και να κυβερνάν οι φτωχοί παύω να ασχολούμαι με την καθημερινήν πραγματικότητα κυρίες και κύριοι και απο δω και πέρα θα ενδιατρίβω μονάκις εις την πραγματικότητα της φαντασίας.

Έχω λοιπόν να σας εκσομολογηθώ το εξής.

Εμένα που λέτε μου αρέσουν μονον τα ερείπια.
Αυτή την ασθένεια την άρπαξα πολύ μικρός, στα δέκα, όταν πήγα να μείνω ενα καλοκαίρι στη θειά μου, στη Νιάουσα, και με έστειλε πάνω στο Βέρμια, στα Πριόνια, να κάτσω ενα μήνα με τους ξυλοκόπους άμα δε και τους καρβουναραίους, διότι ήμαν ένα σίτι-μπόι χλεμπονοκιτρινιάρικο και ο βουνίσιος αέρας συμπαρομαρτούσης και της φασολάδας που μαγέρευαν οι εργάτες του δάσους κάθε απόβραδο στο καζάνι, δίπλα στο ριάκι, θα με έκανε καλό.
Το άνω φράγμα του Ποταμού Αλιάκμονα στις Βαρβάρες, λίγο έξω απο τη Βέροια, ότε και είχε αρχίσει να χτίζεται και ενθυμούμαι, καθώς αργά στον ανήφορο το προπολεμικό λεωφορείο, τον Ποταμό στην κοιλάδα κάτω να αστράφτει μαιανδροειδής και ασιμώδης.
Εκεί το λοιπόν στη θέση Τα Πριόνια πέρασα ολο το καλοκαίρι και εκεί με εμάγεψαν αθεράπευτα το πρωτα ερείπια διότι. Καθότι ένα πρωινό περπατόντας σαν Δόξος μονάχος στο παραπλήσιον τσα'ί'ρι βρέθηκα μέσα χωμένος σε ένα χωριό ερειπωμένο, παρατημένο εγκαταλημένο και ακατοίκητο, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμένοι και αν και που μία στέγη ορθοβατούσα καθέτως.
Εάν οσάκις συναντήσατε ερειπιώνες τους αποφύγατε, και καλώς πράξατε, λαμβάνοντας πρόνοιαν δια τους φίδους που εμπλέκονται εν τω ανάμεσα των θηριοδεστάτων γα'ι'δουράγκαθων, τότε άσε, δεν γινεται να την ψωνίσετε όσο και αν περιγράψω τωρα όλες τις εσωτερικές γλυφές στους ασκεπείς τοιχους, ούτε τις αποξηλωμένες εστίες, ούτε καν τις κρυφές υπήνεμες αυλίτσες ή κάποιο ίχνος χρώματος σε σουβά ή τον πάτο θρυματισμένης φιαλης...
Ωραία! Και πού το θαυμάσιον, θα με πείτε. Πουθενά βέβαια παρ εκτός εις την σμίξην της παντελούς , και απο εκατονταετίες, απουσίας των ανθρώπων με την έντονη αίσθηση της εισέτι παρουσίας των που ανέδιδε ο χώρος.

Λοιπόν, αφήνοντας πίσω το Πράβι, πρός Καβάλα και λίγο πριν το Σταυρό, επι δεκαετίες κάθε που περνούσα απο εκεί, έβλεπα δυό ερείπια στα δεξιά. Καί μονο φέτος αποφάσισα να κατεβώ και να τα ακουμπίσω.
Δεν θελω να μαθαίνω περι τινος πρόκειται και έτσι ποτέ δεν ρωτάω τι και πως ούτε και ψαχνω, προτιμώ να φαντάζομαι. Και καλα κανω. Διότι


ναι μεν για το παραπάνω μεγα οσπίτιον πού κάθεται στην πλαγιά και σπέρνει μάτι σε όλο τον κάμπο, δεξιά οι Φίλιπποι, αριστερά Παγγαίο και στο βάθος Φαλακρό ευτυχώς τίποτα δεν εμαθα αλλά δια το κτίσμα

το οποίον κείται κάτωθεν αυτού, ειχε μια επιγραφή πως ειναι ιδιοκτησία της εταιρείας ύδρευσης Καβάλας επομένως μαλλον θα προκειται για παλαιο αντλιοστάσιο.

Πάω τωρα να φυτέψω κρεμμυδάκια στο μπαχτσέ.
.


Τρίτη 11 Μαΐου 2010

bella ciao, bella ciao, bella ciao! ciao! ciao !...

.
Την σημερον ημέρα, περίτρανα οι ανισότητες της προβληματικης ποιότητας λόγω της κρίσης με κοινωνικό αποκλισμό ωστε ψηφίζουν οι φτωχοί

και κυβερναν οι πλούσιοι.

Τι καθεστε λοιπον και συμβάλετε στην κακή υγεία και το ψάχνετε....

Αν εχουμε τα κότσια, οι κοινωνικοί ετέρη με ανοιχτή κοινωνία στη Λισσαβώνα 2020 ας το αλάκ σουμέ.

Ως τε να πσηφίζουν οι πλούσιοι και να κυβερναν οι φτωχοί διότι.

.






Τετάρτη 5 Μαΐου 2010

η Ανέμακτος Επανάσταση.

.


.σύμφωνα με νεωτερες ιστορικες ερευνες, τοσο κατα τη Γαλλική οσο και κατα την Ελληνική επανασταση του 1821 δεν ανοιξε ρουθούνι, ουδείς εσκωτωθη, θανατώθη, κατεκάει, εκρεμασθη, ελογχίσθη, μαχαιρώθη, ενασκωλοπίσθηκε, αποκεφαλιστηκε, πυροβολήθηκε και όχι μονο αλλα ουτε καν μπουνιά ουτε κλωτσια ουτε και μπάτσο έφαγε ειτε αθώος ήτουνα ή ένοχος.

αυτά.
αυτά?
ε, ναι! αυτά!.
.
.

Τρίτη 27 Απριλίου 2010

Κεμετά 'Εμα

. .
κεμετά
ολοι αυτοί θα ξεχάσουν το όνομά τους
κεμετά
ολοι εμείς θα ξεχάσουμε τι χρωμα εχει το αιμα
κεμετά
πολύ μετακάποτε ολοι θα λενε
πως όλα ξαναρχίσαν απο την αρχή
μεσα σε μία θάλασσα
κόκινη.
.
.
.

Δευτέρα 12 Απριλίου 2010

χα χα χα !!!

.
τα Κυθηρα ποτε δε θα τα βρούΝε !!!
χα χα χα !
..
12 Απρ 2010, Γουφ

χα χα χα....
.Вячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовvvvvВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович МолотовВячеслав Михайлович Молотов........................................................................................................................

.

Πέμπτη 8 Απριλίου 2010

Loya Tissploris










































η Νήσος Φαλκονέρα.

.

.
.

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

προς Φαιδράν Αναστασίαν

Στην Ψεύτραν Ζήση αφτί ποτέ δεν έτεινα το Ους Μπεκιστάν το υπηρέτισα πιστά και μια φορά βρέθηκα Πασχα και εγω Εις Την Μπόλιν.


Για την ακρίβειαν οι Τούρκοι ειχον Ραμαζάνι. Εμείς βέβαια ως Χριστί Ανοί και τρώγαμαν και πίν αμάν. Λέγω δέ υμείς, καθότι δεν ήμουνα μονος κείνη τη φορά. Για την ακρίβειαν, ποτέ δεν επισκεύτηκα την Κωνσταντινούπιλιν μόνος. Την πρώτην φοράν με οδήγησε εις αυτήν, η Φιλομένη, αφθάστου κάλους και η ψήστις ευμορφίας γυνή Σταμπουλού, μονίμως τοτε βιώνουσα την Θεσσαλονίκην. Την Δευτέραν, ομού μετά της πρώτης Συνσύγου μου Βασιλικής την δε Τρίτην, φάβαν γευματίζομεν, μετά του φιλτάτου Γκέτζωνος, καλλιτέχνου κατα το ήθος γενικώς, και ούτως ειπείν. Εις ταύτην την Τρίτην αναφέρομαι. Της Φάβας. Της Φαβέττας.



Eκείνη την αναστερόεσσα βραδιά την είχαμε βγάλει για τα καλά έκσω, το κατα πρώτον πισκευτήκαμε το Μεγα Μπουρδέλο της Ισταμπούλ. Ζητήσαμε ενα Μπουρδέλλλο και ο Τaxitζής μας πείπεν πως εδώ, στην μπόλιν ταυτην, τα ειχαν συγκεντρώσει όλα τα μπουρδέλλα των εις Εν, παμμέγιστον. Μας αποβίβασε του αγοραίου του έμπροσθεν απεράντου υπαιθρίου χώρου Μίμησιν Έχοντος Σπουδαίου λουναπάρκ και κατα το Μέγεθος ο γαρ Θεός αισ χύνεται Αδην. Εισέβημεν απορούντως ημών εφόσον πρίν ο Ζαν Νταρμάς μας έπσαξεν μην έχομεν μακίνας φωτογραφούσας. Το φως ήτο πολύχρωμον και ευχαρίστως χαρωπόν, κάτωθεν του εξαφανισθέντος μέλανος ουρανίου θόλου. Εις ολογυρίαν και συνεπυκτώτα μεταξύ αυτών κατα τα πλάγια συνωστίζοντο λιλλιπούτειαι σπιτογραφίες, κατω, εις το ανοικτό χαγιάτιον φωτασκούσα, καμάρωνε η Πουτάνα, καταντικρίς αυτής εσυνοστίζετο πλήθος ανδρών καταισχιμένων κατα την καύλαν και αιξ αίφνης, εις εξ αυτών όρμαγε, ανέβαινε τα πεντεκαιδέκα ψευδοσκαλοπάτια, εκείνη τον ακουλουθούσε, και ομού εχώρουν, στον ανω ψευδοόροφο του σκηνικού.
Κατόπιν είπομεν να εορτάσομεν την Ανάστασιν κατερχόμενοι σε υπόγεια μαγαζιά. Εν εξ αυτών μάλιστα ειχαν τας πουτάνας εις διπλώαν καθεκλοσειράν καθήμενας ως εξ ευωνύμων της ορχηστρας και, το υπόγειον μακρόστενον, εν συνεχεία των εις το πλάγην γυναικών οι άνδρες, σε σειράς καθισμάτων ως ακροατές. Εκλεισεν η βραδιά της Αναστάσεως ενδόξως, οταν στο τελευταίο μπάρ έχοντες κεράσι δύο σαμπανιέρες στις Φατμέ, βρηκαμε τα πουγγιά μας αδειανά οταν μας την φέρανε την ωρα να πληρώσουμε.





Εφφέ Τως δεν επήγα για το Αγιο Φως στηνπόλιν, καθότι έπρεπε να επισκευάσω εναν δόντι μου που με πονούσε, οπότε μπήκα στοκαράβι και έβαλα πλώρη για το Νεο Μαρμαρά οπου και λειτουργει το ιατρειον του οδοντιατρου μου. Παρέκσμψα Τατέμπη, εποφθάλμισα την Μεσωγαίαν Χαλκιδίκαν με το γλαύκον φως - την παραλιον την έφτυνα καθ ολην την περιδιάβασιν - και πέρασα, πσάχνωντας τον δρομον προς Α. Πωλονίαν μαλιστα και απο τον αη Πρόδρομον οπουειχα να τον δω τριακονταετίας, μία οπου ειχον εβρεθεί εκεί μετα της Σίψηδος Μαγούστας και επλακωνώμασταν στα μπουνίδια εντός της ψησταριας Ο Σταυρος, και μίαν, οπου ειχον εξ αυτού διέλθει ως εκ βαθέως όρθρου μετα του Πετ Εφρίωνος ότε τον ετρεχον με το μίνι να σκαιαγραφεί ανεμομύλους δηλαδη Πυργους Βυζαντινούς. Για σκεψου... Μαλιστα παρα ολ΄λιγον να βγαλω και δακρι όταν, λιγο πριν να γλυκοανηφορίσω κατα τον Πολύγερον όστις ειχεν ξελιμανιάσει μεθ ολων των πρωτων παλικαρέων του και κορυφοκρυπτογαμούσε ανταλλάσοντας καλαμπούρια με τον μπαρμπα Νίκο, διέσχισα οχι γνωστόν δρόμον αλλα γνωστήν περιοχήν με τον εαυτής οδόν παραλλαγμένον και αχ βαχ και αλ μαναχ, προσπέρασα προς τα εξευωνύμων μου , βρε λέλε μάικω, ολην την Φασματώδη Χθαμαλοακτήν των Ορμυλίων επι της νυκτός της οποίας Τότε . Τοτε. Τοτε που η Φαίδρα ειχε μεταμορφωθεί σε Αειπαρθενο ξεκωλωμένη και που η Μουσική μας τα ειχε σβύσει ολα στο μυαλό, σπάργανα στη φωτιά τα ειχε πετάξει, μεταξωτά τα ψευδαισθήματα μίας νεότητος αλπίνας και οι Αφροδίτες μας ποτίσανε με φλόγες όλην αυτήν την πίκρα για την ομορφιά της Ζωής, σε άσβεστη κολυμπύθρα ασβαστοκάμινη, και ετσι δεν έστρεψα την κεφαλή, ντουγρού ετράβηξα διψώντας βουιδίσια για μιαν μπύρα κέστάθμευσα κλειδαροτρυποαεροπερνώντας τα προαιώνια Στενά στην ανωθεν εικονιζόμενη βρωμια καντίνα και την καταρούφηξα δίπλα στα agria zoa.

Τωρα το Πάσχατις πέρασε,
αυριο θανέβω να λειτουργηθω την Δευτερη Ανασταση στο χωριό Λυκόστομα


ε, μεταφέρω και το δευτερον Αγιον Φως εκει να φωτιστουν τα στοματα των agrion ΄λ'υκων .-


Ταμάρα Νικολάγιεβα Τουμπερεκένταυρου.

Εκαστος εξ ημών οφείλει να την βγάζει εξω τακτικά αφιστάμενος των κεκτημένων ηθών και της καθεστυκείας του προοπτικής προστρέχων εις τόπους εξωτικους ακουσίως εικτείρων την βοήν και την μελωδίαν των κυμάτων.
.
Μοναχή η Δόξα, έρημη, μόναχη, χωρίς μανούλα, μοναχή διότι. Κυρτή η ράχη των ψαριών. Η Πούλια μαύρη. Ότι εχω να πω μιλάει από μόνο του. Τα λόγια κατά ρέουν στο ποτάμι. Με δασωμένα όλα τα μπράτσα του και μυρωδιες της καύλας..
.
Άρμεξε τις επιθυμίες μας, κάντες ξυνόγαλο. Πότισε τις θυρίδες της αγάπης με παιδία ξένα. Μόσχισε φως, δώσε μας την ένωση. Τώρα που έβρεξε και κάμπισε ο κάμπος και τα νέφη γλύστρωσαν και άνοιξε ο ουρανός μενεξέδες.
.
Η χαρά τρομάζει.






.

Πέμπτη 1 Απριλίου 2010

Aναστάσιμον Χάσμημα


O Φόβος του Θωμά ενώπιον των Τυπωντωνύλων.


Ούτως ειπών εξεπνεύσομαι
ότι ήμαρτον
ως μη κατειδών την
επαυριοτάτην των
ημερών
ούτως πως αν οι χρόνοι εκείνοι
και εις τους Αιώνας
ότι δάκνουσα
θέλει ως καθ’ ημών εμέσει η Σκοτία
όσα
δια της Λαβιδοειδούς ατραπού γράψαμε
στα παπάρια μας.
.
Τωρα λοιπόν και
tora-tora-tora
αυτά που μέσα
στην καμπούρα σου φυλάς
αρνούμαι
να αναγνωρίσω,
όσα
τρεκλίζοντας αποφεύγεις δεν
θα ιδώ
και τα σημάδια που
εντύπωσε ο ψεύτης Θεός
στο είδωλό σου αγνοώ.
.
Θα μείνω
Ηλιογάβαλος
του Τρισμέγιστου
ψεύδους.

Δευτέρα 22 Μαρτίου 2010

΄΄ΠΟΠΙΚΟΣ ΑΣΤΗΡ΄΄-η συνεχεια της ακατονομαστου ιστοριας

.
Κεφ. δευτερον: Όπου οι δύο ναυαγοί βομβαρδίζονται με διλητηριώδη αέρια, και άλλα απίστευτα και ομως αληθινά.
.
.

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

,,,ρίξανε μερικά γκαζάκια και μετά ξεγκάβλωσαν και γίναν κυριλέ...

Κεφάλαιον πρώτον. Όπου οι δυο πότες αποπλέουνε για να εξερευνήσουν τας μυστηριωδεις νήσους Βούρ-Βούρ Ού
1
Αποτελεί μυστήριον μέγα για ποίον λόγον επιτρέπουμε να υπάρχουν αρχαία, είτε ερηπεια ειτε μνημεία είτε μύθοι και παραδόσεις και άλλα διάφορα κουραφέξαλα τα οποία απλώς δικαιολογούν θέσεις ρομαντικών γαστροσκόπων και αντιμάμαλων ερωδιών. Διάβαζα προ ολίγου χρόνου στο μπλόνκ του προσφιλούς μου Πίτρεμαν μιαν περιδιάβασιν στα τείχει της Σαλονευί και μελανχόλησα διότι. Καποτε, τω πάλλαι ποτέ αν όχι τω Παλλέ ντε Σπόρ, με ετυχε να διασχίζω την νεόδμητον άσφαλτον της Παρακασσανδρίου διαδρομής και ήκατσα σε μιαν νεοσκαφείσαν νομαρέαν και εμελανχολούσα κοιτάζων την νεφελώδην κατα Ολυμπον δύσιν και έκσυνα μηχανωδως τα τρυφερώδη πρανοχώματα και χράτς-χράτσι δειλως πως ενεφανίσθη μισόν μελανόμορφον μικρόν αγγείον και εγω εταράχθην σφόδρα και ασσανωτού-μουραγωτού αύθις το ξαναέθαπσα ίνα και μή το ενοχλήσω....Πα πα πα.....
Τωράκις όμως πιά τα χρόνια λένε οτι πέρασαν για εμάς, λένε διότι ότι σε καμία δυό Ολυμπιάδες θα έχουμε τεζάρει, λένε επίσης ότι τους Νεάτερνταλ πλείον ημών θα μνημονεύουσιν και βέβαια κατ΄επάνω στα παραπαπάρια μας αυτό, καθότι τουτος ήν ο Νομος εσσαεί και ο Νομός και η Νομαρχία και ο κάπτεν-Νέμος, έλα όμως που θα πρέπει τωρα εγω να περιγράπσω μίαν ενδοταλασσίαν αρχιπεριπέτειαν καθότι το έχω υποσχεθεί εν μέσω της εθνοπτωχεύσεως, οπότε τι να κανω, όρσε, και την ενγράφω παρακάτωθεν.. Γενικώς και ειδικως μας την φορέσανε, πιαστηκαμε κοροιδαρες, μας κυβερνουσαν απ το 75 και μετά αξιότιμοι και εντιμότατοι, και εξακολουθουν να κυβερναν και φως δε βλεπω, δεν ομιλώ και την Γερμανικήν να μεταμφιεστώ σε Μεταγερμανοτσολιά, γιαυτό, θα πω μια μικρη-πικρή ιστορία από το '75, τοτε που όλοι εβλεπαν το μελλον ρόδινο, και που ακομα και οι ζητιάνοι στα σκαλια της Παναγιασδέξιας με κοπο εκρυβαν την ευτυχώδη αγαλίαση καθε που δεν σε εβλεπαν να τους παρατηρεις, εντυπωμένη στη φατσάρα τους καθως μετράγαν τα πενηνταράκια οπούχε ρίξει η συνδρομήτριά τους γηραιά κυρία η οποια, με την χειμερινής νεφθαλίνης αποφορά εις την αδιόρατα εφθαρμένη προπολεμική αστραχάν ενδιέμενε στα Παρακαμαρογαλέρια μακεδονόσπιτα και τα Ενδιαμεσοροτοντομελενίκια ομοίως. Eκσάλλου ''μικρή -πικρή μου αγάπη'' ελέγετο και το ραδιορομάντσο που ακούγαν όλες οι κυρίες τα πρωινά, οι άλλες, οι υπόλοιπες, άκουγαν το whise you were here και μιλούσαν για εξωτικά μερη, για τα νησάκια Βουρ-Βουρ-Ου που μόλις ειχαν ανακαλυφτεί. Τριάντα χρονια ακριβώς λοιπόν μετά απο τον σκληρό Απρίλη του '45, ζούσαμε εναν χλωρό Απρίλη, δειλό και πολύχρωμο, -is any body out there?-, πανδαιμονίως εν θουσιασμώ υπολογίζοντες πόσο όμορφα θα νγκρεμίζεται ο wall την ωρα που θα τον συντρίβουμε. Ο Πανος τοτε ειχε ενα ποδήλατο και με αυτο γυρνουσε στα χωραφια της Χαλκιδικής καταγραφοντας τα αρχαια απομεινάρια, ο Δημήτρης ειχε ηδη γινει ζωγραφος και εξεθετε αλλεπαλλήλλως τα εργα του μεχρι τελικης πωλήσεως πάντων, μόνον εγώ δεν ηξερα τι να κανω και χαζογκομενοκοπούσα αδιεξοδα. Ολοι οι αλλοι επροοδευαν ακατασχετως. Βεβαια τωρα πια συχνα-πυκνά μετανοώ δια το χαζογκομενοκοπείν του καιρού εκείνου αλλα πάλι οταν το ξανασκέπτομαι το δικαιολογώ, βλεπω διότι και τώρα τον ήλιο λαμπρό αλλ΄ εχω εντύπωσιν πως τοτε ο Ήλιος έλαμπε σαφως λαμπρότερος και υπερλάμπριος, οπότε τι αλλο θα επρεπε μεσα σε τετοιες ηλιακάδες αθανάσιες να κανω παρεξ να λαμνοχαζοκοπώ? Μάλιστα τότενες ετυχε να διαβαζω και το οταν ο ηλιος θα σββύσει της Οριάν Ασφαλάττσι και θυμάμαι το κλάμα που έριπτα, αλλα το διαβαζα μετα της γκομενός στον κράββατον της ακολασίας και το κλάημα αποτελούσε τάιμ άουτ στο αγωνισμα του πενταθλου. Τι θαπρεπε λοιπον καλε να κανω? Nα αποτεμιευω φραγκα ή να επενδυω σε γαστρώα σύμφωννητικά? Α! μαλλον επραττα ορθώς.! Ετζι λοιπον κατα την διαρκειαν ενος μεταμεσονυκτίου μπυραυγάσματος στο πατσατζίδικο της Μαρτιου, μας ηρθε να εκτελεσουμε τον περίπλουν της Χαλκιδικής τριπλέτας, απο μικρό Καραμπουρνάκι οπου ρεμεντζάριζε ο πατηρ του Δημητρίου το κοτερό του μεχρι της Ιερισσού.Φευ!.. Και κσαναφεύ...Ομπρέλλα ανοιχτή κρατούσαμε όταν έριχνε ο μπαρμπα-Θεός ηλιαχτίδες ουσίας φαιάς και έτσι το επόμενο πρωινό βρεθήκαμε εις το μικρό Καράμπουρνου εγώ και ο Δημήτριος πλήρεις πανεφοδίων, ήτοι με δυό κονσέρβες και δεκάδες μπυρομπούλκαλα, μπροστά στο κότερο. Δηλαδή μία ξύλινη βαρκα μικροτερη απο πεντε μετρα, με μηχανακι Λίστερ και μικρή κουκέτα με δυο στενους παγκους για κρεβατια. Ηταν ο Πολικός Αστηρ. Το λάμδα ομως του ειχε ξεφυγει του μπαρμπα Φανουρή και ειχε βγει τελειο Π. Ετσι λοιπόν τον περίπλουν θα τον εκτελουσαμε με τον Ποπικόν Αστέρα, τον Αγραφο, τον Ανερμήνευτο, τον δια χειρός Φανουρίου και προγόνων Ναυπακταίον.
2
Εχω πολλες δεκαετιες να επισκεφτω τη Σαλονίκη. Τότε, ολη η ακτη, απο Ντεπώ μεχρι Καραμπουρνάκι έμοιαζε με κηποτόπιο του Ρουσσώ συν μερικά σκουπίδια, για την ακρίβεια μέχρι ένα παλαιό εργοστάσιο της ρετσινομαλαματίνας οπου αρχιζε η αμμουδιά. Κατόπιν ύπαρχαν δύο κέντρα, ένα το λέγαν Αριγκάτο και τα ονομάζαν κλάμπ, με τραπεζακια ως το γυαλό,και σε αυτά τα κλάμπ διασκεδαζαν τα βραδια μετα μουσικής από το στερεοπικάπ, και ένα ψευτολίμανο, να δενουν οι Καλαμαριωτες τας ψαρόβαρκας. Εκεί, συχνά έφτανα με το λεωφωρειο νούμερο 5 αρχας θέρους μονος μου και κολυμπούσα, μία φορά μάλιστα που ειχα ξεμακρύνει κατω από τον εγκρεμνό του Παλατιού και επλεα ανάσκελος και χαλαρωτικός, ειχε ελαφρόν αυγουστιάτη βαρδαρίσκο, έφαγα μια κουπιά στο δασύτριχον κρανίο από έναν γεροντα γκαβό βαρκάρη και κόντεψα να πατωσω αναφροαναδυτί. Ερχόντουσαν και άλλοι, όχι και πολλοί, οι περισσότεροι ελούζοντο στη Νεα Κρήνη, ειχε-δεν ειχε κατασκευαστεί ακόμα εκεί η πλαζ, και η αμμουδιά της εβριθε βαρκών, μάλιστα, ρούπωνε και ένα καραβοκαρνάγιο ενδιάμεσα. Σε αυτό το ψευτολίμανο άραζε ο Ποπικός Αστήρ. Σαλπάραμε λοιπόν ενωρίς κατά τας δέκα με λαμπρή λιακάδα και με πλήρη νηνεμία, μαλιστα σχεδον ζέστα Απριλιάτικη μας έλουζε, και ο Ποπικός Αστήρ έκοβε δρόμο και η παραλίες του Μπαχτσέ δεν μας ενδιέφεραν, στρίπσαμε το φανάρι, με τα τούρκικα πολυβολεία του όπου μεσα τους σουρωμένοι φτάναμε τα βράδια και ανεβαζαμε θεατρικά τους χειμώνες και εκεί, μπρός στη Μηχανιώνα, ο Δημήτρης διαπίστωσε πως ήδη ειχε αποστραγγίσει το μικρό κρασοντραμιντζομπούκαλο, και αράξαμε, να ανεφοδιαστούμε καύσιμα και με την ευκαιρια να τηλεφωνήσει στην κυρία Καιτη που διεύθυνε την Ενημέρωση, την γκαλλερί δηλάδη οπου εστηνε την δευτερη εκθεση με πίνακες, να μάθει αν τους κρέμμασε σωστά η Καιτη, καθότι τα ειχεν εγκαταλίψει όλα χάριν του περίπλου……….. Εμένα δεν μου άρεσε αυτή η κίνηση, να σπάσει με το πρωτο αυτην την Μαγγελάνειον θαλαττόρμισην, και τον περίμενα μεσα στον Ποπικόν, και έρχεται, και μου λέει, μάγκα, παίρνω το λεωφορείο και παω Θεσσαλονίκη, διότι και διότι έρχονται δυο τρεις συλλέκτες και θα πρέπει να ειμαι εκεί να αναλύσω το υψος και το βάθος των πινάκων μου. Μόνο εσύ κατσε να κοιμηθεις μεσα στη βαρκα και αυριο νωρις επιστρέφω. Τον Ποπικόν τον ειχαμε ρεμετζαρει πλωροπρύμνα με οχτω σκοινιά στο μόλο της Μηχανιώνας και από σοφράνο καθότι ο καιρός ηταν ψιλοβαρδάριος, άνοιξα το τρανζίστορ, εκατσα στο κουβερτί, ήταν απογεμα και πανερχόντουσαν ντόπιοι πσαράδες στο μόλο, αλλα το συννέφιασε, εσήκωσε και ένα αεράκι, και ερχεται ενας καταραμένος αλιεύς και με λέγει ότι εκει που εδέσαμαν την βαρκαν θα παθομεν ζημιά καθότι οπου ναναι ερχεται τραχύς γραιγολεβαντες και θ’αποθαλασσωθεί αυθωρεί, και τι να κανω τωρα? να την λύσεις, με λεγει, και να την φέρεις απ την αλλην μπαντα του μόλου νασαι ασφαλής . Εκει, έπαθα ταραχή. Ειχα και κατεβασει μιαν ντραμιτζαναν, άλλο σκοινίο έπιανα και άλλο έλυνα, άλλης βαρκός ρεμέντζα εσήκωνα, και οι κατεργάρηδες με έβλεπαν μακρόθεν και κορόιδευαν, μεταπολλά, σκατά την μετακίνησα, στραβά την έδεσα, ειχε βραδυάσει, απόκαμα και σουρωμένος φρόντιζα να μην κοιμάμαι για να σωσω το σκαρί όταν ενσκύψει η θύελλα αλλα ούτε η καταιγίδα ηρθε ουτε η λαίλαψ, απλά βροντούσαν κάθε τοσο τα ύφαλα του σκάφους πανω εις τας ξένας δέστρας και τινάζομαν, μεχρι και βούτηξα στα αβαθή για να ελενξω αλλα ακρην μη εβρών, αφήκα να βροντά ο υποθαλάσσιος υπόκοσμος και άκουγα ραδιόφωνο στα βραχέα. Ευτυχώς ειχε γίνει μια καταληψη σε μια πρεσβεια εκεινη τη βραδιά, πρεπει να ηταν μαλλον δεκα Απριλίου, και ξενύχτησα να ακουω για τους Παλαιστίνιους και τους Σουηδούς της πρεσβείας, ωσπου κατά την Μεσημβρία εφτασε και ο καπουδάν Δημήτριος και αποπλέφσαμεεεεε…. παραπλέφσαμε την Μηχανιώνα ολίγον προσεγγίζοντες την ακτή να θαυμάσουμε το ναυπηγείο των κα΄ι΄κιών πριν την Ηράκλεια οπου και αποφασίσαμε να βγούμε για προμήθιες διότι και αι δύο κρασσσοντραμιντζάνες ειχαν ασπροπατωθει. Πργματι, πατήσαμε στην Ηράκλεια στεριά και ήταν αλλιώς βεβαια στη στεριά, ειχε σουβλάκια και τηγανιτες πατατες και μπυρες, αλλα ειχαμε δρομο, τα παραλαβαμε ολα να τα καταφαγώσουμε εν πλω, σαλπαραμε και ορίσαμε σταθμόν πρωτον ‘’τα μηχανήματα’’ με την άπλετον αλευροαμμουδιά και την τούμπα την παράλια. Σε αυτόν τον παραλιακόν τοπον τον επονομαζόμενον ‘’τα μηχανήματα’’ συχνά καταλήγαμε οδικώς, ολίγον ανατολικά της Επανομής, μετά τους μπαχτσέδες της, και καποια τεραστίων διαστάσεων σιδηρά κλώθουρα και άλλα εσκοριασμένα μηχανώδη εγκαταλιπήματα σπαρμένα στους παραθαλάσσιους αγρούς, εσυνδιάζοντο αρμονικά με την ερημον χώραν της αχνώδους αμμουδιάς και την προ΄ί΄στορα τουμπάρα, ίσια τραβόντας από εκεί προς τη γη, το ίχνος της χωματερής οδού μέσα από ρεματιές έβγαζε εις το Πηγάδι Κουμ με την πλατανιά του και με το καταγκρεμισμένο τείχος ενός παλιομετοχίου, μάλιστα χάζευα καποτε έναν παραφρονα ορχούμενον στα πέντε μετρα ύψος πανω στις διαλυόμενες λίθους, ορχούμενον μετα της Loύσυ ιν δε Sκάι γουίθ Dάιαμοντς, άλλα καλούδια αυτά, μεσογειακά, και από εκει ο χαλικόδρομος, εις το μετόχιον του Αγιοπαυλου όπου αποκλέψαμε καποτε έναν σταυρό από ένα ερείπιο κκλεισάκι και γιαυτό δεν με πήγανε καλά στη συνεχεια, ολο ιεροσυλίες έκανα, και με ειχεν συμβουλεύσει μάλιστα η Βασιλική, ότι μετ εκείνης ως εκκλησιορύχοι τον ξερουπουκώσαμε να τον επιστρέψω, αλλα βαρεθηκα να παω μεχρις και τον αφήσαμε σε μιαν αλλην εκδρομή εις το Νεκροταφείον της Επανομής και φυσικά γιαυτό με έρχονται κατοπιν όλα αναποδα. Εν πάσει περιπτώσει εμεις φτάσαμε στα μηχανήματα κάργα μεσμέρι και η θαλασσα λαδιά και θεωρήσαμε καλο να εμβαπτίσουμε μέσα στο ναυάγιο, ένα προσαραγμένο μηχανόπλοιο που το ρουφούσε χρόνο με το χρόνο η άμμος, και έτσι, καμιά δεκαπενταρέα μετρα από την ακτή όπως εγερνε μισοχωμένο σεβήκαμε στα ανοιχτα αμπαρια του, γεματα φως και γαλανάδα και αθορυβία, βγαλαμε μια λαμπα ηλεκτρική στρογγυλη και μεγάλη σαν νεροκολόκυθα για ενθύμιο και συνεχίσαμε την πλέφσιν πλέοντες πια στα αβαθή, σιμά στον φλοίσβο διατί έτσι μας άρεσε, να το γλυστράμε το πλεούμενο εκει που σμίγει ακριβώς ο αφρός με την άμμο.Ειχε λιακάδα και είχαμε μπύρες χωρίς να ξέρουμε τι μας περίμενε σε λίγο...
3
Τι αξίζει ΄αραγε σ΄αυτή τη ζωή? Και αν μηδένα προ του τελους μακάριζε τοτε τι νοημα εχει ολος ο προ του τελους βίος? Γνωρίζω καλώς πως οι Ιρανοί μας μισούν και τους δικαιολογώ απολύτως. Τον λόγον, ουτε καν αυτοί δεν τον υποψιάζονται. Ουχί ο Μεγαλεκσαντρώφ, ως ισχυρίζονται οι Νεοσασσανίδες Παχλεβόπληκτοι. Απλά τους λαμογιάζαμε χρυσίον και τους δίναμε αντ΄αυτού παραπλανητικούς χρησμούς και βραδυφλεγή αποφθέγματα. Και αυτά συν τω χρονω καταλύουν τα παντα. Ενώ τα Ευροπέη έθνη, πεφυκέναι άπιστα, δεν τα μασούνε ταύτα, έθαπσαν τα ρητά μας στα ριζά γραιών βελανιδέων και απλώς τα εμπορεύονται ως αρχαιώδεις τρούφας ομιλούσας. Αχ αυτή η γη της επαγγελίας.. τοσο ένα βήμα μονο η αποσταση και ποσο μια ονείρωξη αυτό το βήμα, μία υπόσχεση ασπρόμαυρη και εντελως τζωνκασσαβέτια, μία βαρκάδα αστρόφεγγη σε ναυσταθμο ενδομεσωκεάνιο, ως φως ασώματον, σαν την Μονάδα που ενσωματώνουν τα στυφά κοπάδια των αφρόψαρων κυνηγημένα εις την αδερσάιντ οβδεμούν. Γιαυτό και μεις αποφασίσαμε να διαπλεύσουμε τον Τορωναίον νύκτωρ, γλίστρα στα πισοσκόταδα μιάς ζωντανής μπωντλαιροθάλασσας ακούνητης, πηχτής, λιπώδους και αιμάλμυρης πίνοντας, πίνοντας και πίνοντας ως που ο Δημήτρης, κατόρθωσε και σύρθηκε γονατωδώς στην αρένα, έτεινεν χείραν προς το άγνωστο των οριζόνταν και με λέγει, ΄΄να! κατακεί είναι οι Πόρτες, τραβα ντουγρού και θα πέσουμε πανω τους, πάω κοιμήθω’’ και ταβλιάστηκε εις την μικροκουκέταν. Με άφησε να κρατω το διάκι με το ένα χέρι και με το άλλο το μπουκάλι το κονιάκ, να ταξιδευω τα σκοτάδια. Ακουονταν μονο ενας συριγμώδης υποπαφλασμός, η γλυκειά Λίστερ και τα αστέρια, καμπυλωμένα στο στερέωμα γύρω από τον Ποπικό, κάπου στην πλώρα το τρανζιστοράκι, άλλοτε επιανε ένα σταθμό ψιθυριστά κι άλλοτε τον έχανε, η κατάθληψη στην πρεσβεία συνεχίζονταν και τωρα έκανε μια επισημη δηλωση ο πρωθυπουργός, ‘’είμαστε’’ ειπε, ‘’ένα βήμα πριν από την παντελή αδυναμία Δανεισμού, και δεν το γνώριζα’’, ειπε, ‘’πριν αναλαβω να σας κυβερνίσω, πόσο χάλια ΄ήμασταν’’, μετά ξανά το ραδιάκι εσίγησε, και ετσι δεν ακούστηκε η αυτονόητη συνέχεια του λόγου του, πως δηλαδή ειμαι ενας πριτιμπάιος που δεν ηξερα ποτε τι μου γινόταν και γιαυτό παραιτούμαι, παω για χαρακίρι και κούκο αβολοντέ΄΄. Οπότε,βγάλτα πέρα μόνος σου, συμπλήρωσα εγω , ψάχνοντας μέσα στα σκοτάδια τα φώτα απ τις Πορτες αλλα η ωρα πέρναγε και φως πουθενά. Αιφνης, τα ειδα αλλά στα δεξιά μας. Βλαστημησα που τοση ωρα τραβαγα λάθος πορεία, στριβω, τραβω κατά κει αλλα να μην τα φτανω με τιποτα τα γαμημένα κι ο άλλος να ρονχάζει από τη σούρα. Και όταν επιτέλους τα πλησιάζω, μετα από τοση κι άλλη τοση ώρα, από τη μια ξεμέθυσα με μιας απ την τρομαρα μου που ειχαμε χαθει μεσοπελαχα και από την άλλη ευθυμησα που βρηκαμε ανθρωπους μες το πουθενα. Ψαρευε το γριγρι με αναμενες λάμπες, ολες αδειανες, το πλοιοφάντασμα, κραυγαζω ν΄ακουστω και ανασηκωνεται ένα μουσαμας, βγαζει κεφάλι ο βαρκαρης που κοιμόταν από κάτω και με λέγει, Τι θες εδώ εσυ αγόρι μου? Για τις πόρτες, του απαντάω, καλα πάμε? Ποιες πόρτες… λίγο ακόμα και θα φτάσεις στο Όλυμπο από δω που πας….


ΤΕΛΟΣ του πρωτου μερους.
η συνεχεια στο επομενον ποστ.
.
.




Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

αινιγμα




1.σημερα εβαλα βενζινα προς 1,589 εβρά το λιτρο
2.το πρωτο μου αμαξι, μου κοστισε κατακαινουργιο 102.100 δραχμες
3. δηλαδη μου κοστισε 204 σημερινά λιτρα αμολυβδη
4. 204 λιτρα ειναι 23 εξαδες φιαλες νερο του εναμισυ λιτρο
αρα
ποσο χρονω ειμαι?

.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2010

.
οσο υπάρχει κάτι, λέμε οτι υπάρχει.
κάποτε χάνεται, εξαφανίζεται, δεν υπάρχει πια. και τοτε λεμε οτι δεν υπάρχει.
οσο υπάρχει κατι, υπάρχει, ειτε λεμε οτι υπάρχει, ειτε δε λεμε τιποτα, και οταν αυτο παυει πια να υπάρχει, δεν υπάρχει, είτε λέμε πως δεν υπάρχει ειτε δε λεμε τιποτα.
..

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2010

πόσα εν τελει θηλυκα ποτάμια εχει η Ελλάδα ρεεεε.....




αφτες ειναι οι μόδες απο το χωρίον Μπάλιτζα, που εχει λεει ενα θηλυκο ποταμι, αλλα μαλλον ειναι ξεροχείμαρρος

.
Δύο ποτάμια μονο έχουν θηλυκό όνομα, στην Ελλάδα εννοώ, το ένα το ήξερα κι εγω...... Το άλλο ποιό είναι?

Αχ τι τραβάμε...
.
.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2010

Η εκδίκιση της Γυφτιάς.


Mαζί με τα φράγκα μας, χασαμε και το χιούμορ μας τελικά. Και ερμηνεύσαμε παντελώς ανάποδα το μήνυμα στην παραπάνω εικονα που εξωφύλλισαν οι Γερμαναραδες νομίζοντας οτι κατι εκαναν, και καθομαστε και διαμαρτυρόμαστε... Επειδή ξεχάσαμε το παλιό ανέκδοτο, ενα απο εκεινα που κυκλοφορούσαν οταν διατηρούσαμε τη μαγκιά μας.
Και το οποίο λέει το εξής.
Μια φορά λέει, τσακώνονταν ενας έλληνας κι ενας τουρκος, ποιανού ο θεός ειναι καλύτερος. Μεχρι που του λέει, λέει, ο τουρκος, αμα δεν πιστεύεις οτι ο δικός μου ο θεός ειναι καλύτερος, ελα να σε παω σ'ένα μερος οπου θα δεις δύο αγάλματα που δειχνουνε αντικρυ το θεό σου και τον δικό μου και θα βγάλεις συμπέρασμα.
Αφήνουν λοιπόν την παραλία οπου ήτανε και το χωριό τους και δρόμο πέρνουν - δρόμο αφήνουν, τραβανε για τα βάθη της Ανατολής οπου έστεκαν τα δύο αγάλματαααααα......
Φτάνουν λοιπόν κάποια των ημερών μπροστά τους και τα βλέπουνννννν...
Το ένα άγαλμα έδειχνε το Χριστό, να είναι θεοτσίτσιδος, σκελετωμένος, και με το ένα χέρι να κρατάει και να δαγκάνει ένα ξεροκόματο και με το άλλο να κρύβει τ' αχαμνά του, και το άλλο το άγαλμα να δειχνει τον θεό του αλλουνού, να είναι καμαρωτός, ντυμένος στα χρυσά, το ενα χερι ακουμπισμένο μεγαλόπρεπα στην κοιλάρα του και με το αλλο χέρι απλώμένο προς το απέναντι άγαλμα του Χριστούληηηηη.......
Βλέπις? του λέει ο τούρκος. Να η απόδειξή! Ο δικός σου θεός ειναι τόσο φτωχός που ούτε ρούχα δεν εχει, θεονήστικος και μασουλάει ενα ξεροκόμματο ενώ ο δικός μου τα εχει ολα και τονε δείχνει με το χερι και λέει, κοιτάξτε χάλια! θεός ειναι αυτός ?
Α μπα! του λεει ο έλληνας. Δε μας τα λές καλά! Ο δικός σου πεινάει και δεν εχει να φάει και απλώνει το χέρι να του δώσει ο δικός μου το ξεροκόμματο που δαγκάνει, και ο δικός μου τα χουφτώνει και του λέει, Πάρ' τ'αρκίδια μου!
Αυτά και με το αγαλμα τση Αφροδίτης λοιπόν.
.