......ο σοφός ανακάθισε. Γύρω του απλωνόταν η έρημος. Το κορμί του ήταν ισχνό σαν καλάμι και νόμισα όπως τον κύκλωνε ο άνεμος ότι λικνιζόταν αδιόρατα όμως ήταν μόνο τα ρούχα του που σηκώνονταν ελαφρά και μετά πάλι έπεφταν, ο ίδιος έστεκε ακίνητος σαν πέτρα. Παρατήρησα ότι το πρόσωπό του είχε το χρώμα της άμμου όπως ένα ζώο της ερήμου που είχε προσαρμοστεί στο περιβάλλον του ώστε να μην το διακρίνεις παρά μόνο αν έψαχνες προσεκτικά. Αφησα τα δώρα μου μπροστά στα πόδια του, λίγο νερό δροσερό που είχα φέρει με κόπο μέσα σε ένα σταμνάκι και λίγο σιτάρι γιατί είχα ακούσει ότι οι γέροντες της ερήμου το φουσκώνουν μέσα σε νερό και τρέφονται με αυτό. Δεν είδα καμιά αντίδραση και έμενα ορθός μπροστά του περιμένοντας ένα σημάδι για να υποβάλλω την ερώτησή μου. Είχα κάνει δρόμο πολύ με την αγωνία πώς θα με υποδεχτεί. Περνούσε η ώρα και παραμέναμε αμίλητοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια του Γιουσούφ και χαμήλωσα. Είχε πει ότι οι άνθρωποι της Ερήμου δεν σήκωναν ποτέ τα μάτια από το έδαφος. Δεν είχα καταλάβει τον λόγο αλλά τώρα όπως τον έβλεπα να έχει στυλωμένα τα μάτια στη γη σαν να παρατηρούσε με μεγάλο ενδιαφέρον κάτι που εγώ δεν έβλεπα, κατάλαβα ότι αυτό που του τραβούσε την προσοχή ήταν ο ίδιος του ο εαυτός, ίσως η ίδια του η ψυχή την οποία είχε κατορθώσει να την κάνει όμοια με έναν απειροελάχιστο κόκκο άμμου. Το βλέμμα του ήταν τόσο προσηλωμένο που τα βλέφαρά του δεν πετάριζαν καν, οι κόρες του ήταν δυο κοφτερά μαχαίρια αδάκρυτα. Απελπίστηκα από αυτή την ακαμψία. Δεν με έβλεπε. Γύρω μου ο άνεμος σφύριζε και το πρόσωπό μου άρχισε να πονά από το μαστίγωμα της άμμου. Εκλεισα τα μάτια μου. Γέροντα είπα στα σκοτεινά έκανα δρόμο πολύ μέχρι εδώ. Ξέρω, μαθαίνω κάθε μέρα και θυμάμαι τις μέρες μου μια προς μια. Ομως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια. Δεν θέλω να μαθαίνω τίποτα και δεν θέλω να θυμάμαι. Γέροντα ελέησέ με, είπα και έκρυψα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα γόνατά μου για να αποφύγω την άμμο που σηκωνόταν. Είδα τότε το χέρι του να απλώνεται, τα δάκτυλα ήταν όλο πέτσες με ορθωμένες τις φλέβες, περισσότερο έμοιαζε με ακρίδα που σάλευε και με αυτό το χέρι πήρε ένα κόκκο σιταριού και με το άλλο άνοιξε την χούφτα μου και τον έβαλε μέσα σφαλίζοντάς μου τα δάκτυλα. - Μην τον σπείρες ποτέ είπε με μια ανέλπιστα μεταλλική φωνή σαν να ήταν μόλις είκοσι ετών. Είσαι ένας σπόρος περιούσιος σαν κι αυτόν. Αν το κάνεις το σιτάρι που θα φυτρώσει θα λικνίζεται στον άνεμο. Από αυτόν θα μαθαίνει και θα ξέρει και θα θυμάται μέχρι να ωριμάσει και να κοπεί. Δεν είπε τίποτα άλλο. Εμεινα εκεί ως αργά που έδυσε ο ήλιος. Γύρω μου ο αέρας φυσούσε. Μια αραιή βλάστηση τον ακολουθούσε στην κίνηση. Εκείνος παρέμενε ακίνητος.
ΔΙΑΝΑ... ...ομορφαίνεις αυτο το μπλοκ με τα γραφομενα σου.
μου θύμισες, ενα κολπακι που τωρα ειναι καταχτισμενο αλλα τοτε ηταν οπως πριν δεκα χιλιαδες χρονια, οταν δημιουργηθηκε το αιγαίο. λοιπον εμενα σκηνάκι εκει λιγες μερες -πω πω πω, κοντευω να τα ξεχασω αυτά, μαλιστα, κατι που ειχα παθει πριν χρονια και ζαμανια. στη χαλκιδική, στις καβουροτρυπες. ενα πρωι διπλα στα βραχακια πηγαινοερχονταν τα μερμύγκια. εσκυψα πανω τους και τα κοιταζα απο πολυ πολυ κοντα για πολυ ωρα. και καποια στιγμη αρχισα να ακουω να κανουν , να βγαζουν, ενα βουητό τα μερμύγκια. εμεινα με την εντυπωση οτι ηταν η γλωσσα τους, οτι ετσι συνενοουντουσαν. δες τωρα συμπτωση, ο τιτλος του προηγουμενου ποστ να ειναι η αισθηση, η ψευδαισθηση και η παραισθηση..
11 σχόλια:
λίγο είναι να θυμάσαι;
Αν σε έκραζα αδερφή ψυχή, δεν θα σ'έκραζα αδερφή. Λοιπόν, σε κράζω.
DIANA
δε θελω να ξέρω
δε θελω να μαθαίνω
δε θελω να θυμαμαι
τα έχω όλα μέσα μου
ΩΡΕ ΓΑΤΟΥΛΗ
αδερφή?
μακαρι να ειχα υπάρξει, αλλα που..
σημ.
πολυ ευαισθητος μας εγινε ο γατος τωρα τελευταια. α πα πα πα πα!!!!!!!!
καλα τα λεσ κωστακη μου αλλα το πραμα ειναι δυσκολο
κοιτα εσυ να τα περνας τοσο καλα που τιποτα να μη θυμασαι!!!!!!!!!!
Τώρα... εγώ που είμαι κσεχασιάρησ
να κλαίω ή οχι?
Νιούη.
Γιάννη,
......ο σοφός ανακάθισε. Γύρω του απλωνόταν η έρημος. Το κορμί του ήταν ισχνό σαν καλάμι και νόμισα όπως τον κύκλωνε ο άνεμος ότι λικνιζόταν αδιόρατα όμως ήταν μόνο τα ρούχα του που σηκώνονταν ελαφρά και μετά πάλι έπεφταν, ο ίδιος έστεκε ακίνητος σαν πέτρα. Παρατήρησα ότι το πρόσωπό του είχε το χρώμα της άμμου όπως ένα ζώο της ερήμου που είχε προσαρμοστεί στο περιβάλλον του ώστε να μην το διακρίνεις παρά μόνο αν έψαχνες προσεκτικά. Αφησα τα δώρα μου μπροστά στα πόδια του, λίγο νερό δροσερό που είχα φέρει με κόπο μέσα σε ένα σταμνάκι και λίγο σιτάρι γιατί είχα ακούσει ότι οι γέροντες της ερήμου το φουσκώνουν μέσα σε νερό και τρέφονται με αυτό. Δεν είδα καμιά αντίδραση και έμενα ορθός μπροστά του περιμένοντας ένα σημάδι για να υποβάλλω την ερώτησή μου. Είχα κάνει δρόμο πολύ με την αγωνία πώς θα με υποδεχτεί. Περνούσε η ώρα και παραμέναμε αμίλητοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Ξαφνικά θυμήθηκα τα λόγια του Γιουσούφ και χαμήλωσα. Είχε πει ότι οι άνθρωποι της Ερήμου δεν σήκωναν ποτέ τα μάτια από το έδαφος. Δεν είχα καταλάβει τον λόγο αλλά τώρα όπως τον έβλεπα να έχει στυλωμένα τα μάτια στη γη σαν να παρατηρούσε με μεγάλο ενδιαφέρον κάτι που εγώ δεν έβλεπα, κατάλαβα ότι αυτό που του τραβούσε την προσοχή ήταν ο ίδιος του ο εαυτός, ίσως η ίδια του η ψυχή την οποία είχε κατορθώσει να την κάνει όμοια με έναν απειροελάχιστο κόκκο άμμου. Το βλέμμα του ήταν τόσο προσηλωμένο που τα βλέφαρά του δεν πετάριζαν καν, οι κόρες του ήταν δυο κοφτερά μαχαίρια αδάκρυτα. Απελπίστηκα από αυτή την ακαμψία. Δεν με έβλεπε. Γύρω μου ο άνεμος σφύριζε και το πρόσωπό μου άρχισε να πονά από το μαστίγωμα της άμμου. Εκλεισα τα μάτια μου. Γέροντα είπα στα σκοτεινά έκανα δρόμο πολύ μέχρι εδώ. Ξέρω, μαθαίνω κάθε μέρα και θυμάμαι τις μέρες μου μια προς μια. Ομως δεν θέλω να ξέρω τίποτα πια. Δεν θέλω να μαθαίνω τίποτα και δεν θέλω να θυμάμαι. Γέροντα ελέησέ με, είπα και έκρυψα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα γόνατά μου για να αποφύγω την άμμο που σηκωνόταν. Είδα τότε το χέρι του να απλώνεται, τα δάκτυλα ήταν όλο πέτσες με ορθωμένες τις φλέβες, περισσότερο έμοιαζε με ακρίδα που σάλευε και με αυτό το χέρι πήρε ένα κόκκο σιταριού και με το άλλο άνοιξε την χούφτα μου και τον έβαλε μέσα σφαλίζοντάς μου τα δάκτυλα. - Μην τον σπείρες ποτέ είπε με μια ανέλπιστα μεταλλική φωνή σαν να ήταν μόλις είκοσι ετών. Είσαι ένας σπόρος περιούσιος σαν κι αυτόν. Αν το κάνεις το σιτάρι που θα φυτρώσει θα λικνίζεται στον άνεμο. Από αυτόν θα μαθαίνει και θα ξέρει και θα θυμάται μέχρι να ωριμάσει και να κοπεί. Δεν είπε τίποτα άλλο. Εμεινα εκεί ως αργά που έδυσε ο ήλιος. Γύρω μου ο αέρας φυσούσε. Μια αραιή βλάστηση τον ακολουθούσε στην κίνηση. Εκείνος παρέμενε ακίνητος.
ντιουη
εσυ ισε ακομα νεος
να θιμάσε τι?
ΔΙΑΝΑ...
...ομορφαίνεις αυτο το μπλοκ με τα γραφομενα σου.
μου θύμισες, ενα κολπακι που τωρα ειναι καταχτισμενο αλλα τοτε ηταν οπως πριν δεκα χιλιαδες χρονια, οταν δημιουργηθηκε το αιγαίο. λοιπον εμενα σκηνάκι εκει λιγες μερες -πω πω πω, κοντευω να τα ξεχασω αυτά, μαλιστα, κατι που ειχα παθει πριν χρονια και ζαμανια. στη χαλκιδική, στις καβουροτρυπες.
ενα πρωι διπλα στα βραχακια πηγαινοερχονταν τα μερμύγκια.
εσκυψα πανω τους και τα κοιταζα απο πολυ πολυ κοντα για πολυ ωρα.
και καποια στιγμη αρχισα να ακουω να κανουν , να βγαζουν, ενα βουητό τα μερμύγκια.
εμεινα με την εντυπωση οτι ηταν η γλωσσα τους, οτι ετσι συνενοουντουσαν.
δες τωρα συμπτωση, ο τιτλος του προηγουμενου ποστ να ειναι η αισθηση, η ψευδαισθηση και η παραισθηση..
χα χα χα...
Εσήμερα πάντως θυμήθηκα
και έστειλα ένα cd.
Και περιμένω ανταπόδοση..
Καλή σου μέρα.
Ντιούη
μεθαυριο τεταρτη στο ταχυδρομω
και θα κσεχασεις οσα κσερις απο μουσικί.
Δημοσίευση σχολίου