έχε το νού σου Γιάάάάνη
πάρε τη λουκανίίίκα
και χώστη στη μανίίίκα.......
είναι γνωστό οτι τα χρόνια περνάν και πως οι εποχές αλλάζουν....
όμως αυτό το λεγόμενο παιδιά, τόσο κοινότυπο και τόσο πολυειπομένο, όπως και όλα τα παρόμοια, έγινε μια φράση χωρίς έννοια, κάτι που μεν το λέμε πλην όμως αλλά, σπάνια το νοιώθουμε. άλλο να λες κάτι και να μην ακους τι λες και άλλο να λες κάτι και να αναχαντρώνεσαι διότι.
μου έλεγε λοιπόν η γριά μου μία ιστορία ανάμεσα στις άλλες από το χωριό της, την Κόζια΄νι -- και την γράφω με γιώτα για λόγους ορθής προφοράς -- ιστόριες προπολεμικές βεβαίως βεβαίως, για κάποιον παπά που τί να κάνει ο άνθρωπος, μιά αρμαθιά παιδιά ειχε να θρέψει, -καλά, τώρα ανηψούδι μου Χιούη, παίζει ο Ντινου Λιπάττι το Νο 1 του Σοπέν, και τι να σου πω, με αυτόν τον παίχτη, πρωτη φορά ακούω την υπερμέγιστη ευαισθησία ΧΩΡΙΣ να πέφτει στο μελόδραμα, τόσο στιβαρή ευαισθησία γαμότο που στο τέλος θα ξαναδιαβάσω την Ιλιάδα για να δω άν καποιος Ήρωας έκλαπσε και αν όχι θα την διαγράπσω και είναι το μόνο ιστόρημα που μπορω να κσαναδιαβάσω ακόμα γμτ μου... αλά δεν γίνεται, ίσως ο Αχιλλέας να έχει κλάπσει, θα το πσάκσω, θα δω.. -- εν πάσει περιπτωσει εκειός ο παππάς, όπου κιαν πήγαινε άρπαζε και βούταγε, τι να κάνει... μισθό δεν ειχαν τότε οι παπάδες, ο Παπαδόπουλος της χούντας τους έδωσε, εξ ου και το γνωστόν ''ή παπάς-παπάς ή ζευγάς-ζευγάς'' οπότε ο παπας, γυρνούσε των Φώτων και έριχνε τον αγιασμό και ειχε και τον βοηθό του ονόματι Γιάννη και σε ενα μαγαζί βλέπει κάτι λουκάνικα χύμα, κλείνει το μάτι στο παιδί να σουφρώσει κανένα αλλά το παιδί βραδύνους, οπότε, και όπως έψελνε το εν Ιορδάνη αλλάζει το τροπαριο και αρχινάει το προαναφερθέν.............
.......εν Ιορδάνη,έχε το νού σου Γιάννη, πάρε τη λουκανίκα, και χώστη στη μανίκα........................................................................
ενω εμείς , οι Αλμπερτοκαμύδες, ΣΑ ΣΗΜΕΡΑ ΣΚΩΤΩΘΗΚΕ ο ερωμένος μου γαμώτο, ήμουνα δέκα χρονώ, ''Σαρτρ, Καμύ έ μόρτ'' έτσι ακριβώς το ανακοίνωσε η Σιμόν στον μαλάκα της, εμείς τι λέμε για τα Φώτα? λέμε..
,,,,,Η Πίνα είχε πέσει εκείνο τον Χειμωνά σε όλον τον μεγάλο κάμπο, μέχρι το ποτάμι. Και όπως έφταναν τα νέα χλωμά, κρυμμένα μέσα στο μιζέρι καλόγερου ή στο κούφιο ραβδί στρατοκόπου, και πέρα από το ποτάμι τους έτρωγε η Πίνα, ως τα βουνά, και πέρα από τα βουνά, μέχρι τη θάλασσα. Ήταν αυτό κάποια παρηγοριά στην αρχή, να ξέρεις ότι και Υπερποτάμιοι και Ορηλάτες βασανίζονται. Αλλά δεν κράτησε πολύ, μέχρι των Φώτων, μέχρι των αγιασμό των νερών. Είχαν πεθάνει κάμποσοι ως τότε, γέροι, βρέφη που θήλαζαν και Σαλλοί, από αυτούς που ζούν μόνοι στην άκρη των οικισμών σε σπίτι τρίγωνο. Όμως ανήμερα, μεσάνυχτα, πού ανοίγουν οι ουρανοί, τα μικρά παιδιά που κάθε χρόνο δένουμε ψηλά στα δέντρα για να δούν τα σημεία μέσα από το άνοιγμα και να τα μαρτυρήσουν, τρόμαξαν τόσο με αυτά που είδαν ώστε όλα βρέθηκαν νεκρά. Ψηλά, δεμένα στο ριζόκλαρο, αλλά νεκρά. Με το μάτι να χάσκει και το χέρι να δείχνει στα επουράνια. Τότε άρχισαν οι μανάδες να μουγκανίζουν και να ξύνουν τη φούχτα τους με τα νύχια του αλλουνού χεριού μέχρι που μάτωνε. Στον αγιασμό το πρωί έκανε ψοφόκρυο. Πήγαμε οι μισοί στα γόνατα και όσοι είχαν πιά κρεβατωθεί τους σέρναν με σκοινιά. Ο Ράσος άρχισε το διάβασμα αλλά στο –Κύριε, Κύριε! συνταράχτηκε το νερό της γκιόλας, που όπως λέγαν είχε να συμβεί διακόσια χρόνια, τοτε που για μια μερα και μια νυχτα περνούσαν κοπαδιαστά στην Παράκατη στράτα μιλιούνια, ο ένας πίσω από τον άλλον, οι στρατοί των αόματων γυρνώντας στα καλύβια τους, χωρίς τα όπλα, μόνο με ένα ραβδί στο δεξί να χτυπολογάει τα κοτρώνια και τη σκόνη. Και από το νερό το ταραγμένο άλλοι είδαμε να βγαίνει ένα χέρι με το νύχι βαμμένο ρουμπινί και να βαστάει μία color TV, άλλοι είδαν να ξεπροβάλλει ο Άψυχος και να βαστάει στους ώμους του μία Mercedes, και άλλοι την ίδια την Janis Choplin να επιπλέει ανάσκελα και να τραγουδά αλλά με κλειστό το στόμα γιατί μασούσε μεγάλες μπουκιές από δωροεπιταγές αλοιμένες με παχύ αργό πετρέλαιο. Εμείναμε όλοι άφωνοι με αυτό το θαύμα. Ιδίως όταν αντί για ένα περιστέρι έπεσε κοπάδι ολόκληρο, τόσο πού ξάνοιξε το χρώμα του νέφους πάνω από τα κεφάλια μας, και με αυτό το δεύτερο θαύμα, όλοι χαρήκαμε γιατί τα περιστέρια ένα ένα έπεφταν στη γή και ορμήξαμε πάνω τους αλλά δεν τρωγόντουσαν, ήσαν σαν λάστιχο καλτσοδέτας και ούτε που είχαν αίμα μέσα τους. Και είπαμε ότι πάει, τελειώσαμε. Αλλά προς ευλογία μας εμφανίστηκε από το πουθενά ο γιατρός αυτός που τον είχαμε ακουστά ότι αντί για γιατρικά μοιράζει τις γραφές του και μας έδωσε ελπίδες και μας παρηγόρησε. Μας είπε ότι όλοι, αμέσως, τώρα θα πεθάνουμε αλλά να μη σκοτιζόμαστε διότι ο Petheno Sanchora έχει κρατήσει σπέρμα μας, από αυτό που τόσα χρόνια χύναμε τραβώντας μαλακία στα κρυφά χωράφια και τα βράδια πίσω από τις λυγαριές και ότι από αυτό θα κάνει να γεννηθούν τα νέα παιδιά μας και ότι αυτά θα είναι όμορφα και γερά, όπως τα ιστορεί ο ποιητής στην ανάγνωση, και θα ζούν χωρίς ψυχής δάκρυ. Και τοτε όλοι πέσαμε κατά γης ευχαριστημένοι και πεθάναμε στη στιγμή.....................................................................................